Παλαιάς κοπής

Ναι ήταν ετότες δύσκολες οι εποχές αλλά ήτανε και γαληνεμένες της ισορροπίας εποχές όπου το εσωτερικό πλούτος η αρμονία η αθωότητα και η αρχοντιά των ανθρώπων αβγάταιναν θαυματουργικά μέσα στο ελάχιστο ή και στο ανύπαρκτο και η φιλοσοφία της ζωής ανθούσε και καρποφορούσε μέσα στην αναγκαστική πτωχεία τη στέρηση ακόμη και τη στανική αγραμματοσύνη Οι δυσκολίες των καιρών δεν δρούσαν ανασταλτικά για την άνθηση και την κατίσχυση των αρετών με πρώτη και καλύτερη απ’ όλες τη συμ-πόνια για τον πατριώτη και τον συνάνθρωπο Αλλά ;τι απομένει όταν τα μπερκέτια κι η απληστία φέρνουν την έκ-πτωση εκείνων των αξιών που στολίζουν κι ευ-μορφαίνουν τον άνθρωπο και άνευ των οποίων Άνθρωπος ο άνθρωπος αδύνατο να ειπωθεί; Αυτό ας το απαντήσει ο καθαείς με το χέρι στην καρδιά για λογαριασμό εδικό του Φτάσαμε ν’ αναρωτιόμαστε σήμερα αν υπάρχει κάτι μόνο ένα οπού θα μπορούσαμε να είμαστε περήφανοι όχι μόνο σαν κάτοικοι ενού αιγιαλίτικου αλωνιού μόλις ογδόντα πέντε τετραγωνικών χιλιομέτρων αλλά ολόκληρης της χώρας ‒ και το τρομερότερο απ’ όλα ως ενοικούντες επί τον πλανήτη της γης

r-burri1

Τώρα πλαγιάζεις και ξυπνάς έχοντας ομπροστά στα μάτια σου μα και στ’ άλλα όμματα που λαμπρύνουν τον ύπνο του αθρώπου μαγικιά την εικόνα του 1957 όπου ο γητευτής των πετούμενων ο εν πενία ζων αχθοφόρος και δερβίσης του νησιού Βασίλας «Παλαβοβασίλας» ή «Μπαλανταρίνης» με τ’ όνομα φυσώντας το εδικό του νάι το σουβριάλι οδηγεί προς στα Ηλύσια το στοιχειό του νησιού τον Πέτρο απάνω στις άνωφλες και κάτωφλες δηλιανές πλάκες του Γιαλού Τον οδηγεί μ’ εκείνον τον ξεχασμένο αρχαίο βηματισμό που βάζει τάξη και μέτρο στην αλλοτρίωση στην αταξία και στο χάος για όσα φέρνουν οι καιροί στα μικρά και στα μεγάλα νησιά του κόσμου Είναι αυτός ο μετρημένος βηματισμός το χαμένο ζύγι που ισοζυγιάζει τη διασαλεμένη την ετεροβαρή κάθε φορά ισορροπία της άμετρης της αλόγιστης ανθρώπινης πραξης Δεν ήταν ασημένιο δεν ήταν ακριβό το σουβριάλι του Βασίλα παρέ ήτανε από ξύλο φτενό μ’ απλοϊκά πλουμίδια που όμως έβγαζε βαθύ ζεστό και τρυφερό τον ήχο του να ζεσταίνει τον ίδιο μα και το διάσημο φίλο του Μπροστά ο Βασίλας οπίσω ο Πέτρος Προς τα Ηλύσια βέβαια μαγεμένοι αλαφροπάτητοι μόνοι στον Γιαλό μόνοι και στον κόσμο ξενιτεμένοι της ζωής κι οι δυο Τραγουδούσε ο ένας συνόδευε με το σουβριάλι ο άλλος ταιριαστά αταίριαστο ζευγάρι της μερεμένης μοναχικότητας της ψυχής και της αυτάρκειας του ελάχιστου του μόνου που απαιτούσε το σαρκίο τους Για τον Πέτρο το απάνεμο καμμιανής βάρκας να προστατεύει τον μύτο και το τσουλούφι του απ’ τον χιονιά και κάνα ψάρι να μερεύει την πείνα του όποτε το επιτρέπανε οι βοριάδες Για τον Βασίλα μια χλέμπα ψωμί ολίγες σταγόνες λάδι κι ελιές γιά καμμια μόστρα με μυζήθρα και ντομάτα ένα ποτηράκι μεγαριώτικια ρετσίνα του «Πιπεριά» μα προπαντός εκείνο που το ’χαν περσότερη ανάγκη μια στάλα σεβασμό από τους συντοπίτες τους που θεωρούσανε και τους δυο κομμάτι λειψούς κι ολοένα χωράτευαν στ’ αστεία μαζί τους Είν’ αλήθεια πως τα φέρναν κομμάτι δύσκολα βόλτα με τους ανθρώπους ο Βασίλας κι ο Πέτρος μα είχαν θάρρος είχαν και ολιγάρκεια σαν όλους τους δερβίσηδες

Στην εικόνα η λουρίδα της ναμμουδιάς με τις ξεσερμένες βάρκες και τα ψαράδικα Πίσω τους άμωμη η θάλασσα ο μόλος με το φανάρι του για τους ναυτιλλομένους τα Σπιτάλια της καραντίνας δεξιά η σκάρπα του Μύλου των Κουνενήδαινω ζερβά πάλι η θάλασσα κι οι παραγκαιριές του Τούρλου απ’ όπου ο Μπαμπλάς έκοβε τα ευωδιαστά φρύανα για τις φούρνοι της Χώρας και τ’ αφεντόπουλο ο Γιαννάκης ο Κονσολόπουλος ο λαμπρός παραμυθάς του νησιού παιδί τότε στους 1876 στο παρθενικό ταξίδι του απάνω στο μπρίκι του πατέρα του «Καλλιόπη» αρόδο στον κόρφο του Τούρλου κρατά το μουσούδι του Αρμελίνου ανάμεσα στα πόδια του και βλέπει με τα κανοκιάλια τα χωριά τω Μπαλτάδω ωσάν κάτασπρες φωλιές πουλιών ψηλά ψηλά Στη φωτογραφία του 1957 όλα ακόμη αγκίνια από τον σκούληκα της αχορταγιάς ζερβά μεριά να διακρίνεται ίσα ίσα κατά τον Λεβάντε της Τήνος το οργιδάκι του μενεξεδένιου Τσυκνιά και ψηλά τα ίδια εκείνα χωριουλάκια τέλος ο ουρανός ο ατελείωτος ουρανός Ατσαλάκωτα όλα ακόμη από τους αντίδρομους αγέρηδες και τα νέφαλα που θα φέρναν οι καιροί ηγεμονεύουν και στεφανώνουν την εικόνα Ήσουν κι εσύ ξενιτεμένος ετότες μα ο Βασίλας είχε δώσει την εντολή στον πατέρα σου σαν θα γυρίσεις να σου παραδώσει ασφάλτως το ταπεινό πνευστό του για να συνεχίσεις ως φαίνεται τον σκοπό με της ασύνταχτης και της συνταγμένης λέξης τον τρόπο αφού δεν ήξεραν τα εδικά σου χέρια να κουμαντάρουν τις τρύπες του σουβριαλιού «Νάι νάι γλυκύ Νάζι ‒ κατά εν ζήτα ελαττούται Αύρα ουρανός άσμα γλυκερόν μελιχρόν αβρόν μεθυστικόν Νάι νάι Κατά δύο κοκκίδας διαφέρει διά να είναι το Ναι Το Ναι το ήμερον το ταπεινόν το πράον το Ναι το φιλάνθρωπον»

Κάπως έτσι έγινε μ’ αυτό το όργανο της μουζικής το ταπεινό σουβριάλι που σου ’λαχε απρόσμενη κλερονομιά παλαβός κι εσύ να συνεχίζεις θες-δε-θές τον σκοπό του Βασίλα απ’ εκεί οπού τον είχεν ο ίδιος παρατημένο ένα πρωινό του χειμώνα όξω απ’ τον Μύλο της Γυαλίδαινας Ο Πέτρος χορτασμένος φωτογραφίσεις διασημότητα και δόξα είχε πάρωρα αναχωρήσει κι ο Βασίλας άγνωστος ανώνυμος για όλον τον κόσμο όξω από το νησί ήταν και πάλι μόνος Αυτή τη φορά χωρίς το σουβριάλι του χωρίς τον φίλο του ‒ κι ολοτελώς παγωμένος

Παναγιώτη Κουσαθανά, Aσύνταχτα μένουν τα δύσκολα
(Αρχείο μετεωρολογικών, αισθηματικών και λοιπών συμβάντων)
[Υπό έκδοση: Ίνδικτος 2016)

 

Η μεγάλη δεξαμενή της κλασικής ρωσικής λογοτεχνίας

Βοοκ EGGLHMA

Η ρωσική λογοτεχνία είναι μια από τις μεγαλύτερες εθνικές σχολές λογοτεχνίας συγκρινόμενη σε υπαρξιακό βάθος με την αρχαία ελληνική κλασική και σε φυλετικό βάθος με την ιρλανδική σχολή. Γεννημένη από την ορθόδοξη χριστιανική λειτουργία, από τη Φιλοκαλία, από το σκληρό μοναστήρι και τον βυζαντινό κοσμοπολιτισμό, αλλά και τη διασταύρωση του φυλετικού με την καλύτερη εκδοχή ευρωπαϊκής ελευθεροφροσύνης –το θεολογικό κίνημα του σοφιανισμού, πιθανόν το σπουδαιότερο θεολογικό κίνημα του περασμένου αιώνα, και αυτό την άρδευσε– έδωσε και δίνει έργα επικών διαστάσεων που έχουν με ελληνικό μπόλι ημερώσει το αρχαίο σλαβονικό δέντρο· επομένως μας επιστρέφει σπόρους που πιάνουν στα δικά μας πνευματικά χώματα. Όλες οι πνευματικές διασταυρώσεις δεν είναι γόνιμες. Και πρέπει τα φυτά να ταιριάζουν στα ανάλογα κλίματα. Η απόκριση στο «τι μεταφυτεύεται», εκτός από την αναζήτηση «του καινούργιου», είναι ένα από τα σοβαρότερα εκδοτικά ζητούμενα.

Η «Ίνδικτος» από τη γέννησή της φιλοδοξούσε να εκδώσει νέες μεταφράσεις του έργου του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Κάθε γενιά οφείλει να μετριέται με τα μεγάλα, εξερευνώντας έτσι τον ορίζοντα της επικράτειάς της. Οι δεκαετίες που είχαν περάσει από τις μεταφράσεις του Άρη Αλεξάνδρου –ορόσημο για το έργο του Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς στην ελληνική– είχαν απαλλάξει τη γλώσσα μας από ιδεολογήματα και αγκυλώσεις ανοίγοντάς την πάλι στις μεγάλες θάλασσες· αυτή τη φορά με λειψή σκευή.

Η αρχή έγινε, λες και κάποιος γνώριζε τι θα επακολουθούσε σε τούτον τον τόπο, με τους «Δαιμονισμένους» το 2007. Ακολούθησαν ο «Ηλίθιος», το «Υπόγειο», οι «Αδελφοί Καραμάζοφ», το «Έγκλημα και Τιμωρία». Κάθε κείμενο και ένας κάβος που, καθώς τον καβατζάραμε, πρόβαλλε εμπρός μας άλλος, ακόμα μακρύτερος. Σε αυτήν την πορεία –κάπου ανάμεσα στο «Υπόγειο» και τους «Καραμάζοφ»– λοξοδρομήσαμε σε άγνωστα και βαθιά νερά. Το κουράγιο και κυρίως ο μόχθος της Ελένης Μπακοπούλου μάς οδήγησαν με ασφάλεια στις «Ιστορίες από την Κολιμά» του Βαρλάμ Σαλάμοφ, που κυκλοφόρησαν το 2011 μαζί με τους «Αδελφούς Καραμάζοφ».

Η έκδοση του Β. Σαλάμοφ, ενός έργου 1.968 σελίδων, έθετε επιτακτικότερα το ζήτημα της μορφής αυτών των πολυσέλιδων έργων. Έτσι –χωρίς να χρειάζεται να ανακαλύψει κανείς την πυρίτιδα– οδηγηθήκαμε σε αυτό που η τυπογραφία μάς έχει παραδώσει ως μόνη λύση. Το αποτέλεσμα χαρακτηρίστηκε «καινοτόμο» και καλαίσθητο.

Το ταξίδι συνεχίζεται. Ακολουθούν ο «Έφηβος» του Φ. Ντοστογιέφσκι και η «Πετρούπολη» του Andrei Bely. Ο ενθουσιασμός από το πρώτο καπετανιλίκι έχει τώρα καταλαγιάσει. Τα χρόνια περνούν και μετράμε πια ανάποδα.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε το Σάββατο 24η Αυγούστου 2013 στην εφημ. Καθημερινή.

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΣΑΛΑΜΟΦ!

Γνωρίζω καλὰ πὼς ἀρκετοὶ φίλοι περίμεναν χρόνια τώρα τούτο ἐδῶ τὸ post. Εἶμαι σίγουρος ὅσο ποτὲ ἄλλοτε πὼς ἡ ὑπομονή τους ἀνταμείβεται καὶ μὲ τὸ παραπάνω.

Ἐκδοτικὸ γεγονὸς συνιστᾶ ἡ κυκλοφορία τῶν διηγημάτων τοῦ Βαρλὰμ Σαλάμοφ, ποὺ φτάνουν στὸ ἑλληνικὸ ἀναγνωστικὸ κοινὸ μὲ καθυστέρηση σαράντα σχεδὸν χρόνων, στὴν ὁλοκληρωμένη μορφή τους, στὴν ἔκδοση δηλαδὴ τῶν 145 ἱστοριῶν, ὑπὸ τὸν γενικὸ τίτλο Ἱστορίες ἀπὸ τὴν Κολιμά.

Ὁ ποιητὴς καὶ πεζογράφος Βαρλὰμ Σαλάμοφ γεννιέται τὸ 1907 στὴ Βολογκντά. Ἡ Ὀκτωβριανὴ Ἐπανάσταση τὸν βρίσκει νεαρὸ μαθητή, νὰ παρακολουθεῖ τὶς σκληρὲς μάχες ποὺ δίνονταν ἀνάμεσα σὲ ἀντίπαλα στρατόπεδα καὶ ὁμάδες τοῦ Ἐμφυλίου Πολέμου. Φεύγει γιὰ τὴ Μόσχα ὅπου φοιτᾶ στὴ Νομικὴ Σχολή. Συμμετέχει στὴν πλούσια μετεπαναστατικὴ πολιτιστικὴ ζωὴ τῆς ρωσικῆς νεολαίας. Γνωρίζει τοὺς σπουδαιότερους ἀνθρώπους τῶν γραμμάτων καὶ τῆς τέχνης. Τὸ 1929, σὲ ἡλικία 22 ἐτῶν, φοιτητής, συλλαμβάνεται γιὰ πρώτη φορά. Φυλακίζεται στὶς διαβόητες ἀνακριτικὲς φυλακὲς Μπουτίρκι τῆς Μόσχας καὶ ὕστερα ἐξορίζεται γιὰ πέντε χρόνια στὴ Βισερά, σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα στρατόπεδα ἐργασίας. Ἀποφυλακίζεται τὸ 1932. Τὸ 1937 ὅμως συλλαμβάνεται γιὰ δεύτερη φορά. Τώρα τὸν στέλνουν, μὲ πενταετῆ ποινὴ καταναγκαστικῶν ἔργων στὴν Κολιμά. Ἡ τυπική του ἀπελευθέρωση ἔρχεται τὸ 1951. Τὸ 1982 μεταφέρεται σὲ ψυχιατρεῖο, ὅπου καὶ πεθαίνει λίγες μέρες ἀργότερα, ἔχοντας κληροδοτήσει στὴν ἀνθρωπότητα μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ συγκλονιστικὲς μαρτυρίες τῆς παγκόσμιας ἱστορίας.

Ὁ Βαρλὰμ Σαλάμοφ ἔχει ἀναγνωριστεῖ διεθνῶς ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ σημαντικοὺς Ρώσους πεζογράφους τοῦ 20οῦ αἰώνα, ὄχι μόνο γιὰ τὸ συγκλονιστικὸ θέμα τοῦ ἔργου του, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἰδιαίτερη λογοτεχνική του βαρύτητα, γιὰ τὴν ἀπαιτητικὴ μορφὴ τῆς σύντομης ἀφήγησης ποὺ διάλεξε νὰ μᾶς παρουσιάσει τὸν ζοφερὸ κόσμο τῶν στρατοπέδων στὰ ὁποῖα πέρασε τὴ μισὴ ἐνήλικη ζωή του.

Τὸ θέμα του δὲν ἐπιδέχεται πλατιασμούς, καλολογίες, ἐξωραϊσμούς. Εἶναι ὠμὸ καὶ ἀπίστευτα ζοφερό. Εἶναι ἡ ζωὴ στὸ ὅριο τοῦ θανάτου –πνευματικοῦ, ἠθικοῦ καί, κυρίως, φυσικοῦ– ἑκατοντάδων χιλιάδων ἀνθρώπων στὰ στρατόπεδα ἐργασίας τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης κατὰ τὶς δεκαετίες ’30-’50. Τὴν ὠμότητα καὶ τὸ ἀδιανόητο αὐτῆς προσπαθεῖ νὰ μᾶς περιγράψει ὁ συγγραφέας μὲ τὴ μεγαλύτερη δυνατὴ οἰκονομία λόγου καὶ συναισθημάτων.

Οἱ Ἱστορίες ἀπὸ τὴν Κολιμὰ εἶναι ἐντέλει ἕνα ντοκουμέντο, μιὰ μαρτυρία, καὶ ταυτόχρονα ὑψηλὴ λογοτεχνία. Ὁ πλέον ὠμὸς ρεαλισμός, μπολιασμένος ἀριστοτεχνικὰ μὲ τὸ φαντασιακὸ τῆς τέχνης, σὲ τέτοιο βαθμὸ ποὺ ὁ ἀναγνώστης νὰ δυσκολεύεται νὰ τὰ ξεχωρίσει.

Ἂν θελήσουμε ὅμως νὰ ἀναζητήσουμε τὴν οὐσία ἑνὸς τέτοιου συγκλονιστικοῦ ἐγχειρήματος ὅπως οἱ Ἱστορίες ἀπὸ τὴν Κολιμά, ὀφείλουμε νὰ ἀκολουθήσουμε τὴν ὁδὸ ποὺ μᾶς δίνει ὁ ἴδιος ὁ συγγραφέας ὅταν σημειώνει: «Τὰ γραπτά μου ἀφοροῦν στὰ στρατόπεδα συγκέντρωσης ὅσο αὐτὰ τοῦ Ἐξυπερὺ στὸν οὐρανὸ ἢ τοῦ Μέλβιλ στὴ θάλασσα. Βασικά, οἱ ἱστορίες μου συνιστοῦν ὁδηγίες γιὰ τὸ πῶς νὰ δρᾶ κανεὶς μέσα στὸ πλῆθος. Νὰ εἶναι ὄχι ἁπλῶς λιγάκι ἀριστερότερα ἀπ’ τ’ ἀριστερά, μὰ ἀκόμα περισσότερο ἀληθινὸς ἀπὸ τὴν ἀλήθεια τὴν ἴδια. Γιὰ τὸ αἷμα ποὺ εἶναι ἀληθὲς κι ἀνώνυμο».

Ἡ ἔκδοση τῆς Ἰνδίκτου κυκλοφορεῖ σὲ μετάφραση Ἑλένης Μπακοπούλου σὲ ἕναν τόμο 1968 σελίδων. Ὅπως καὶ στὴν περίπτωση τῶν Καραμάζοφ μὲ χαρτὶ Βίβλου 45 γραμμαρίων, ἐκτύπωση ἐξαιρετική, δίπλωμα ἀλφάδι, βιβλιοδεσία τέλεια. Καὶ ἐδῶ τὸ μαλακὸ κάλλυμα τοῦ ἐξωφύλλου καρατἀει τὴν γνωστὴ σὲ ὅλα τὰ βιβλία τῆς Ἰνδίκτου πλαστικότητα καὶ συγχρόνως ἐπιτρέπει τὸ ἰδανικὸ ἄνοιγμα τοῦ βιβλίου. Ἕνας τόμος 1968 σελίδων σὲ μορφὴ καινοτόμο γιὰ τὰ ἐλληνικὰ ἐκδοτικὰ πράγματα.

ΣΤΑΣΗ ΤΕΤΑΡΤΗ…

Ναί! Στάση τέταρτη.

Τὴν Τρίτη 29 Νοεμβρίου θὰ κυκλοφορήσουν στὰ βιβλιοπωλεῖα οἱ Ἀδελφοὶ Καραμάζοφ σὲ μετάφραση Ἐλένης Μπακοπούλου. Ἔχουν προηγηθεὶ Οἱ Δαιμονισμένοι, Ὁ Ἠλίθιος καὶ τὸ Ὑπόγειο.

Αὐτὴ τὴ φορὰ ἡ ἱκανοποίηση ξεχειλίζει. Πέρα ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ συγκεκριμένο μυθιστόρημα εἶναι μᾶλλον τὸ ἀγαπημένο μου ἡ ἔκδοση τῆς Ἰνδίκτου, ποὺ εὔχομαι ὅλοι νὰ πιάσετε στὰ χέρια σας, εἶναι αὐτὸ ποὺ διεκδικοῦσα χρόνια τώρα. Χαρτὶ Βίβλου 45 γραμμαρίων, ἐκτύπωση ἐξαιρετική, δίπλωμα ἀλφάδι, βιβλιοδεσία τέλεια. Τὸ μαλακὸ κάλλυμα τοῦ ἐξωφύλλου καρατἀει τὴν γνωστὴ σὲ ὅλα τὰ βιβλία τῆς Ἰνδίκτου πλαστικότητα καὶ συγχρόνως ἐπιτρέπει τὸ ἰδανικὸ ἄνοιγμα τοῦ βιβλίου. Ἕνας τόμος 1472 σελίδων σὲ μορφὴ καινοτόμο γιὰ τὰ ἐλληνικὰ ἐκδοτικὰ πράγματα.

Οἱ Ἀδελφοὶ Καραμάζοφ εἶναι τὸ σημαντικότερο καὶ τελευταῖο μυθιστόρημα τοῦ Φ.Μ. Ντοστογιέφσκι. Πλούσιο σὲ διανοήματα, ἀποτυπὠνει ὅλες τὶς ἰδέες τοῦ μεγάλου ρώσου συγγραφέα. Ἐξάλλου εἶναι τὸ μυθιστόρημα ποὺ πίστεψε ὅσο κανένα άλλο ὁ Ντοστογιέσκι, ἀκουπώντας σὲ αὐτὸ ὅλες τὶς ἐλπίδες του. Ἡ συγγραφὴ τῶν Ἀδελφῶν Καραμάζοφ διήρκεσε κοντὰ δύο χρόνια. Ξεκίνησε τὸν Μάρτιο τοῦ 1878 καὶ όλοκληρώθηκε τὸν Νοέμβριο τοῦ 1880.

Ἡ πνευματικὴ πορεία ποὺ χαράζει ὁ Ντοστογιέφσκι διασχύζει τὴν ἄβυσσο τῶν ἀνθρωπίνων παθῶν, ὁ δρόμος του πρὸς τὸ φῶς περνάει μέσα ἀπὸ τὸ σκοτάδι ὅπου μέσα ἐκεῖ, τὴν ὥρα τῆς πιὸ βαθιάς νύχτας προβάλλει ἡ πρώτη ἀχτίδα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ὁμολογία τῆς πίστεώς του προϋποθέτει ἀνδροπρεπὲς φρόνημα, πάθος γιὰ τὴν ἐλευθερία καὶ πνευματικὴ αὐτονομία.

Τρεῖς μῆνες μετὰ τὴν ὀλοκλήρωση τοῦ μυθιστορἠματος, στις 28 Ίανουαρίου τοῦ 1881, ὁ Ντοστογιέφσκι πεθαίνει. Ἦταν ἡ ὥρα ποὺ ὁ Φιοντὸρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι, ὁ ἐπαναστάτης καὶ ἀγωνιστὴς τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας, ὁ ἐπιφανῆς ἐκπρόσωπος τῶν συντηρητικῶν, ὁ ἀδελφὸς κάθε ταπεινοῦ καὶ καταφρονεμένου, κατακτοῦσε τὴν ἀθανασία.

Στὴν ἔκδοση τῆς Ἰνδίκτου ἡ εἰσαγωγὴ εἶναι τῆς ἀφεντιᾶς μου. Σὲ αὐτὴν θὰ μπορέσετε νὰ βρεῖτε πολλὰ περισσότερα στοιχεῖα γιὰ τὴν συγγραφὴ καὶ τὴν ἱστορία τοῦ μυθιστορήματος. Ὄχι βέβαια πὼς κάτι τέτοιο εἶναι ἀναγκαῖο γιὰ τὴν ἀνάγνωσή του. Ἀντιθέτως.

Ἀσχολούμενος ὅλον τὸν Αὔγουστο μὲ τὸ γράψιμο αὐτῆς τῆς εἰσαγωγῆς, διαπύστωσα γιὰ μιὰν ἀκόμη φορὰ τὴν μεγάλη φτώχεια τῆς ἐλληνικῆς βιβλιογραφίας, τὴν σχετικὴ μὲ τὸ ἔργο τοῦ Φ.Μ. Ντοστογιέφσκι. Θαύμασα ὅμως τὴν διεισδυτικὴ ἀνάγνωση τῶν Καραμάζοφ ἀπὸ τὸν Κωστῆ Παπαγιώργη. Ὁ Παπαγιώργης εἶναι κατὰ τὴν κρίση μου ὁ πλέον ἀξιόπιστος ἑρμηνευτὴς τοῦ Ντοστογιέφσκι.

Ἡ κυκλοφορία τῶν Ἀδελφῶν Καραμάζοφ συνδυάζεται μὲ τὴν κυκλοφορία στὰ ἑλληνικὰ τοῦ σημαντικότερου λογοτεχνικοῦ κειμένου τῆς ρωσικῆς λογοτεχνίας κατὰ τὸν 20ο αἰῶνα. Ἀλλὰ γι᾽ αὐτὸ στὸ ἐπόμενο post…

Νὰ ἀνακτήσουν οἱ λέξεις τὸ πραγματικό τους νόημα

Εἶναι πολλὲς οἱ φορὲς ποὺ φίλοι καὶ γνωστοὶ μὲ ρωτοῦν γιὰ τὴν ἐπιλογὴ τῆς Ἰνδίκτου νὰ χρησιμοποιεῖ τὸ πολυτονικό. Μιὰ καλὴ ἀφορμὴ γιὰ νὰ ἀπαντήσω σὲ ὅλους μοῦ χαρίστηκε ἀπὸ τὸν Νίκο Βατόπουλο, ἐκλεκτὸ δημοσιογράφο καὶ ἀπόμακρο φίλο. Γι᾽ αὐτὸ ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν καλοσύνη του τὸν εὐχαριστῶ πολύ. Τὸ κείμενο δημοσιεύτηκε τὸ Σάββατο 15 Όκτωβρίου στὴν ἐφ. Καθημερινή μὲ ἀφορμὴ τὴν συμπλήρωση 30 χρόνων ἀπὸ τὴν καθιέρωση τοῦ μονοτονικοῦ.

Εις μνήμην Αγγελου Ελεφάντη

Θέλω να πιστεύω ότι η ταπεινή εργασία ενός Ελληνα εκδότη σήμερα εντάσσεται στη μεγάλη παράδοση της ελληνικής γλώσσας – ότι η γλώσσα είναι γέννημα πνευματικό ενός λαού και δεν ορίζεται από φιλολόγους, πολύ δε περισσότερο από ιδεολογήματα και σκοπιμότητες. Φυσική απόρροια αυτών των πεποιθήσεων υπήρξε και η απόφαση η Ινδικτος, από την ίδρυσή της, τον Σεπτέμβριο του 1995 –14 χρόνια μετά την καθιέρωση του μονοτονικού–, να υιοθετήσει το πολυτονικό σύστημα γραφής και μόνον αυτό. Μια τέτοια απόφαση φαινόταν τότε μάλλον ριψοκίνδυνη και μάταιη. Ισως να οδηγούσε στο περιθώριο ή να ερμηνευόταν ως ιδεολογική εμμονή σε σχήματα παρωχημένα.

Η ζωή ήρθε και δικαίωσε την απόφαση αυτή και φανέρωσε την αλήθειά της. Εξάλλου, η γλώσσα ως γεγονός πνευματικό μπορεί να καλλιεργηθεί μόνο σε περιβάλλον ελεύθερο από ιδεολογήματα και εμμονές. Οι «απλουστεύσεις» και οι «καθαρές» λύσεις, που πρότεινε το μονοτονικό, μπορεί στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης να ηχούσαν μελωδικά, ο χρόνος όμως κατέταξε τις εν λόγω «επιτυχίες» στα «σουξεδάκια» μιας εποχής που κανείς δεν θέλει να θυμάται (μήτε τα «σουξεδάκια» μήτε την εποχή) και που άφησε πίσω της το κουσούρι των «βλαχο-αγγλικών» ή, αλλιώς, greeklish.

Πλέον σήμερα, είναι κοινός τόπος ότι της οικονομικής και κοινωνικής μας χρεοκοπίας προηγήθηκε η γλωσσική μας χρεοκοπία, διά των «απλουστεύσεων» και του μονοτονικού. Η δε κοινωνική αναγέννηση, ακόμη δε και η οικονομική ανάκαμψη, προϋποθέτει την αποϊδεολογικοποίηση της γλώσσας μας. Οφείλει δηλαδή, η ελληνική κοινωνία να ανακτήσει το απολεσθέν πνευματικό της έρμα. Η αποθέωση της ήσσονος προσπαθείας, των «απλουστευμένων» λύσεων, της απαξίωσης κάθε κανόνα, ακόμη και αυτών των γραμματικών, δεν οδηγούν παρά στη χρεοκοπία και την ερήμωση.

Είναι καιρός να κερδίσουμε τον χαμένο χρόνο, να ανακτήσουν οι λέξεις μας το νόημά τους. Το αληθές και πραγματικό τους νόημα! Να καταβάλουμε όλοι μας καθημερινά τον κόπο και τον μόχθο που μας αναλογεί για να ξανακαρπίσει τούτος ο έρημος τόπος.

Στὸ χρονικὸ διάστημα ποὺ μεσολάβησε ἀπὸ τὴν δημοσίευση τοῦ κειμένου στὴν Καθημερινὴ γίναμε μάρτυρες ἑνὸς ἀκόμη παραδείγματος, γελοίου καὶ εὐτράπελου αὐτὴ τὴ φορά, μετατροπῆς τῆς γλῶσσας σὲ ἰδεολὀγημα. Κι αὐτὸ γιατὶ ἡ πρώτη μὰ καὶ ἡ τελευταία θὰ ἔλεγα πράξη ἑνὸς ὑφυπουργοῦ δὲν μπορεῖ νὰ ἀφορᾶ τὶς πινακίδες τοῦ γραφείου του. Ἐξάλλου καλὸ θὰ ἦταν νὰ μάθει πὼς ἄν ἤθελε νὰ ἀκολουθήσει τὴν παράδοση θὰ ὄφειλε νὰ κάνει τὶς πινακίδες ΚΕΦΑΛΟΓΡΑΜΜΑΤΕΣ. 

Ἡ ἀλήθεια τοῦ Domenico

Τὴν ἀφορμὴ μοῦ τὴν χαρίζει μία νέα φίλη. Τὰ λόγια τοῦ Domenico -ἢ ἀλλιῶς ἡ ἐσωτερικὴ φωνὴ τοῦ Ἀντρέι Ταρκόφσκι- ἔρχονται νὰ μᾶς ἐπαναφέρουν στὸ «σημεῖο ποὺ βρισκόμασταν, στὸ σημεῖο ποὺ πήραμε λάθος στροφή». Γιὰ μιὰν ἀκόμα φορὰ ἡ ποίηση φωτίζει τὰ ἀδιέξοδα.