ΣΤΑΣΗ ΤΕΤΑΡΤΗ…

Ναί! Στάση τέταρτη.

Τὴν Τρίτη 29 Νοεμβρίου θὰ κυκλοφορήσουν στὰ βιβλιοπωλεῖα οἱ Ἀδελφοὶ Καραμάζοφ σὲ μετάφραση Ἐλένης Μπακοπούλου. Ἔχουν προηγηθεὶ Οἱ Δαιμονισμένοι, Ὁ Ἠλίθιος καὶ τὸ Ὑπόγειο.

Αὐτὴ τὴ φορὰ ἡ ἱκανοποίηση ξεχειλίζει. Πέρα ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ συγκεκριμένο μυθιστόρημα εἶναι μᾶλλον τὸ ἀγαπημένο μου ἡ ἔκδοση τῆς Ἰνδίκτου, ποὺ εὔχομαι ὅλοι νὰ πιάσετε στὰ χέρια σας, εἶναι αὐτὸ ποὺ διεκδικοῦσα χρόνια τώρα. Χαρτὶ Βίβλου 45 γραμμαρίων, ἐκτύπωση ἐξαιρετική, δίπλωμα ἀλφάδι, βιβλιοδεσία τέλεια. Τὸ μαλακὸ κάλλυμα τοῦ ἐξωφύλλου καρατἀει τὴν γνωστὴ σὲ ὅλα τὰ βιβλία τῆς Ἰνδίκτου πλαστικότητα καὶ συγχρόνως ἐπιτρέπει τὸ ἰδανικὸ ἄνοιγμα τοῦ βιβλίου. Ἕνας τόμος 1472 σελίδων σὲ μορφὴ καινοτόμο γιὰ τὰ ἐλληνικὰ ἐκδοτικὰ πράγματα.

Οἱ Ἀδελφοὶ Καραμάζοφ εἶναι τὸ σημαντικότερο καὶ τελευταῖο μυθιστόρημα τοῦ Φ.Μ. Ντοστογιέφσκι. Πλούσιο σὲ διανοήματα, ἀποτυπὠνει ὅλες τὶς ἰδέες τοῦ μεγάλου ρώσου συγγραφέα. Ἐξάλλου εἶναι τὸ μυθιστόρημα ποὺ πίστεψε ὅσο κανένα άλλο ὁ Ντοστογιέσκι, ἀκουπώντας σὲ αὐτὸ ὅλες τὶς ἐλπίδες του. Ἡ συγγραφὴ τῶν Ἀδελφῶν Καραμάζοφ διήρκεσε κοντὰ δύο χρόνια. Ξεκίνησε τὸν Μάρτιο τοῦ 1878 καὶ όλοκληρώθηκε τὸν Νοέμβριο τοῦ 1880.

Ἡ πνευματικὴ πορεία ποὺ χαράζει ὁ Ντοστογιέφσκι διασχύζει τὴν ἄβυσσο τῶν ἀνθρωπίνων παθῶν, ὁ δρόμος του πρὸς τὸ φῶς περνάει μέσα ἀπὸ τὸ σκοτάδι ὅπου μέσα ἐκεῖ, τὴν ὥρα τῆς πιὸ βαθιάς νύχτας προβάλλει ἡ πρώτη ἀχτίδα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ὁμολογία τῆς πίστεώς του προϋποθέτει ἀνδροπρεπὲς φρόνημα, πάθος γιὰ τὴν ἐλευθερία καὶ πνευματικὴ αὐτονομία.

Τρεῖς μῆνες μετὰ τὴν ὀλοκλήρωση τοῦ μυθιστορἠματος, στις 28 Ίανουαρίου τοῦ 1881, ὁ Ντοστογιέφσκι πεθαίνει. Ἦταν ἡ ὥρα ποὺ ὁ Φιοντὸρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι, ὁ ἐπαναστάτης καὶ ἀγωνιστὴς τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας, ὁ ἐπιφανῆς ἐκπρόσωπος τῶν συντηρητικῶν, ὁ ἀδελφὸς κάθε ταπεινοῦ καὶ καταφρονεμένου, κατακτοῦσε τὴν ἀθανασία.

Στὴν ἔκδοση τῆς Ἰνδίκτου ἡ εἰσαγωγὴ εἶναι τῆς ἀφεντιᾶς μου. Σὲ αὐτὴν θὰ μπορέσετε νὰ βρεῖτε πολλὰ περισσότερα στοιχεῖα γιὰ τὴν συγγραφὴ καὶ τὴν ἱστορία τοῦ μυθιστορήματος. Ὄχι βέβαια πὼς κάτι τέτοιο εἶναι ἀναγκαῖο γιὰ τὴν ἀνάγνωσή του. Ἀντιθέτως.

Ἀσχολούμενος ὅλον τὸν Αὔγουστο μὲ τὸ γράψιμο αὐτῆς τῆς εἰσαγωγῆς, διαπύστωσα γιὰ μιὰν ἀκόμη φορὰ τὴν μεγάλη φτώχεια τῆς ἐλληνικῆς βιβλιογραφίας, τὴν σχετικὴ μὲ τὸ ἔργο τοῦ Φ.Μ. Ντοστογιέφσκι. Θαύμασα ὅμως τὴν διεισδυτικὴ ἀνάγνωση τῶν Καραμάζοφ ἀπὸ τὸν Κωστῆ Παπαγιώργη. Ὁ Παπαγιώργης εἶναι κατὰ τὴν κρίση μου ὁ πλέον ἀξιόπιστος ἑρμηνευτὴς τοῦ Ντοστογιέφσκι.

Ἡ κυκλοφορία τῶν Ἀδελφῶν Καραμάζοφ συνδυάζεται μὲ τὴν κυκλοφορία στὰ ἑλληνικὰ τοῦ σημαντικότερου λογοτεχνικοῦ κειμένου τῆς ρωσικῆς λογοτεχνίας κατὰ τὸν 20ο αἰῶνα. Ἀλλὰ γι᾽ αὐτὸ στὸ ἐπόμενο post…

Advertisements

Τὰ πνεύματα τῶν Χριστουγέννων


Ἀπό τὸν καλό μου φίλο Γιάννη Πάσχο, έλαβα μαζὶ μὲ τὶς εὐχές του τὸ παρακάτω διήγημα.
Τὸ μοιράζομαι μαζί σας εὐχόμενος καὶ γὼ μὲ τὴν σειρά μου σὲ ὅλους Καλὰ Χριστούγεννα!

Κάθε Χριστούγεννα, χρόνια τώρα, μια περίεργη ομάδα τριγυρνά στις ταραγμένες περιοχές της γης, πότε ορατή και πότε αόρατη αφήνοντας «δώρα» παράδοξα για μέρες γιορτινές. Τα Χριστούγεννα του 2008, βρέθηκαν στη άμοιρη Παλαιστίνη, μετά τράβηξαν για το Θιβέτ και την Μιανμάρ. Στην συνέχεια πέρασαν με τρόπο μαγικό στα χωριά των Ζαπατίστας, πέταξαν προς την Νότια Οσετία και ανήμερα Χριστουγέννων επέλεξαν να γιορτάσουν στην Αθήνα.

Μπροστά πήγαιναν ο Τσούμπ και ο Βάκουλα του Γκόγκολ, ακολουθούσαν ο Μολυβένιος στρατιώτης και το Κορίτσι με τα σπίρτα του Andersen, o Γιάννης ο Βλογημένος του Κόντογλου, ο Εμπενέιζερ Σκρουτζ του Dickens, η Νέλλη και η Μαλάνια Τιχόνοβνα του Τσέχωφ, η θεια-Αχτίτσα, η Διαλεχτή, η Θοδωριά και ο παπα-Φραγγούλης του Παπαδιαμάντη, λίγο πιο πίσω το παιδί με το απλωμένο χέρι και ο Γιούλιαν Μαστάκοβιτς του Ντοστογιέβσκι, η Παναγία του Καρκαβίτσα, ο Άσημος συγγραφέας του Hoestlandt και τα φαντάσματα του Lowndes μαζί με το χριστουγεννιάτικο Τέρας της Krailing. Πιο πίσω γινόταν ένας χαμός. Κάτασπροι μονόκεροι των Χριστουγέννων έτρεχαν δεξιά και αριστερά, χιονάνθρωποι μετέφεραν ζαχαρωμένα σπιτάκια, βασιλοπούλες πανέμορφες τραγουδούσαν πάνω σε ελέφαντες, ξυλοκόποι κρατούσαν ελατάκια με κόκκινα σκουφιά, ενώ δεκάδες λυκάκια και καλικάντζαροι γυρόφερναν εδώ και εκεί παίζοντας πότε με τον Σπότ και πότε με τα αστεράκια που έλαμπαν πάνω στην μεγάλη γιόλκα που είχαν φέρει οι Ρώσοι και κρατούσαν εναλλάξ, πότε η θεία Αχτίτσα και πότε το παιδί με το απλωμένο χέρι.

Ανήμερα των Χριστουγέννων η Αθήνα φαινόταν έρημη. Η πλατεία Συντάγματος -που ήταν και ο χώρος που η ομάδα θα γιόρταζε και θα άφηνε τα «δώρα» της – ήταν περικυκλωμένη από αστυνόμους με κράνη, ασπίδες και γκλόμπς.

«Τι είναι τούτοι» αναρωτήθηκε ανήσυχος ο επικεφαλής της αστυνομικής δύναμης όταν τους είδε από μακριά νάρχονται κι ενημέρωσε το κέντρο: «Ομάδα πάνω από πενήντα ανθρώπους, γυναίκες και άνδρες, παράξενα ντυμένοι σαν να είναι απόκριες κρατούν ένα μεγάλο Χριστουγεννιάτικο δένδρο που το λένε γιόλκα και μαζί με καμιά εβδομηνταριά περίεργα ζώα πλησιάζουν την πλατεία. Τραγουδούν και ψέλνουν σε διάφορες γλώσσες ακαταλαβίστικες. Περιμένω εντολές».

«Αναλάβατε δράση, προχωρήστε σε αναγνώριση στοιχείων. Στέλνουμε ενισχύσεις» αποκρίθηκε το κέντρο.

Ο επικεφαλής της αστυνομικής δύναμης δεν πρόλαβε να τελειώσει τη συνομιλία με το κέντρο και η παράξενη ομάδα διέσχισε λες και ήταν άυλη τον κλοιό κι έστησε το μεγάλο Χριστουγεννιάτικο δένδρο στην πλατεία.

Τα λυκάκια γρύλιζαν, οι ελέφαντες σήκωναν επιδεικτικά τα δυο τους μπροστινά πόδια, τα φαντάσματα των Χριστουγέννων ούρλιαζαν, οι καλικάντζαροι χοροπηδούσαν προκλητικά γύρω από τους αστυνομικούς, οι ξυλοκόποι φύτευαν στις πλάκες τα έλατα με τα κόκκινα σκουφιά και οι μονόκεροι έτρεχαν ασταμάτητα ο ένας πίσω από τον άλλον σχηματίζοντας ένα ζωντανό κάτασπρο καρουσέλ που περιστρεφόταν μαγευτικά κάτω από το φως του φεγγαριού.

Οι αστυνόμοι απομείναν σύξηλοι. Έκαναν να χτυπήσουν τα γκλόπς πάνω στις ασπίδες αλλά ο θόρυβος που ακουγόταν ήταν αστείος, μικρός και ασήμαντος. Προσπαθούσαν να προχωρήσουν συντονισμένα προς τα εμπρός αλλά το μόνο που κατάφερναν ήταν ένα διαρκές σημειωτόν. Απελπισμένοι και φοβισμένοι κοιτούσαν ο ένας τον άλλον ενώ στο κέντρο της πλατείας γινόταν πανδαιμόνιο από τραγούδια και χορούς.

Μετά από λίγη ώρα η ομάδα όπως ξαφνικά εμφανίστηκε έτσι και χάθηκε. Στη βάση του μεγάλου χριστουγεννιάτικου δένδρου, είχαν αφήσει τα «δώρα» τους, δώδεκα κατάμαυρα κουτιά, τυλιγμένα με κόκκινες αστραφτερές κορδέλες.

Ο επικεφαλής της αστυνομικής δύναμης πολύ αναστατωμένος και αμήχανος ενημέρωσε αμέσως το κέντρο: «Άφησαν δώδεκα κατάμαυρα ξύλινα κουτιά, που μοιάζουν με οστεοφυλάκια και εξαφανίστηκαν. Στην μπροστινή επιφάνεια κάθε κουτιού υπάρχει μια μικρή φωτογραφία και ένα όνομα, Γκόγκολ, Κανελλοπούλου, Κουμής, Andersen, Κόντογλου, Καλτεζάς, Dickens, Τσέχωφ, Παπαδιαμάντης, Αλέξης Γρηγορόπουλος, Ντοστογιέβσκι, Καρκαβίτσας. Επτά από τους δώδεκα είναι έλληνες οι άλλοι μάλλον ξενόφερτοι, κομουνιστές ή τρομοκράτες. Περιμένω επειγόντως εντολές».

ΣΤΑΣΗ ΤΡΙΤΗ

Νὰ λοιπὸν ποὺ μετὰ ἀπὸ καθυστέρηση ἑνὸς ἔτους περίπου, κρατῶ στὰ χέρια μου τὸ πρῶτο ἀντίτυπο τοῦ Ὑπογείου.
Σιγά-σιγὰ τὸ ὄνειρο ἀποκτᾶ σάρκα.
Τὸ ὑπόγειο εἶναι ἡ τρίτη στάση μετὰ τοὺς Δαιμονισμένους καὶ τὸν Ἠλίθιο.

Τέλη Μαρτίου τοῦ 1864 τὸ λογοτεχνικο-πολιτικὸ μηνιαῖο περιοδικὸ «Ἐπόχα» φιλοξένησε τὴν ἐξομολόγηση ἑνὸς παράδοξου ἀνθρώπου. Τὸ κείμενο, ποὺ ἔφερε τὸν τίτλο «Σημειώσεις ἀπὸ τὸ Ὑπόγειο», ὑπέγραφε ὁ Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, ἐκδότης, μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό του, Μιχαήλ, τοῦ περιοδικοῦ. Ὁ ὑπέρτιτλος αὐτὸς στέγαζε δύο αὐτοτελὴ ἔργα, μὲ ἄμεση ὅμως συνάφεια μεταξύ τους: ἕνα φιλοσοφικοῦ χαρακτήρα δοκίμιο μὲ τὴ μορφὴ μονολόγου, καὶ μὲ τίτλο «Ὑπόγειο», καὶ μία νουβέλα, τὸ  «Μὲ ἀφορμὴ τὸ ὑγρὸ χιόνι», ποὺ διαθέτει ἱστορία, πρωταγωνιστὲς καὶ πρωταγωνίστρια, λύση, κι ἔρχεται νὰ στηρίξει ὡς λογοτέχνημα τὴ φορὰ αὐτὴ τὶς ἀπόψεις ποὺ ἀναπτύσσονται στὸ πρῶτο μέρος.

Τὸ «Ὑπόγειο», ὅπως ἔχει ἐπικρατήσει ἀπὸ τὶς ὣς τώρα ἑλληνικὲς μεταφράσεις του νὰ τιτλοφορεῖται στὰ καθ’ ἡμᾶς το σύντομο αὐτὸ ἔργο, ἀποτελεῖ σταθμὸ στὴ βιβλιογραφία τοῦ συγγραφέα, ὄχι μόνο γιὰ τὸν τρόπο ἀφήγησης, ἀλλά, καί, κυρίως, γιὰ τὰ κεφαλαιώδη φιλοσοφικὰ ζητήματα ποὺ ἔθετε, πρώτη φορὰ τόσο ὁλοκληρωμένα καὶ ἄνευ περιστροφῶν, ὁ Ντοστογιέφσκι, ζητήματα ποὺ θὰ ξανατεθοῦν στὰ μεγάλα μυθιστορήματά του, ποὺ ἔπονται ἀμέσως μετἀ καὶ τὸν καταξιώνουν παγκοσμίως ὡς μία ἀπὸ τὶς σημαντικότερες λογοτεχνικὲς μορφές. Ἀρκετοὶ ἀπὸ τοὺς παλιούς, μἀ κι ἀπὸ τοὺς πιὸ σύγχρονους μελετητὲς τοῦ Ντοστογιέφσκι, ὅπως ἐπὶ παραδείγματι ὁ Β. Β. Ροζάνοφ,  θεωροῦν τὶς «Σημειώσεις ἀπὸ τὸ Ὑπόγειο» «ἀκρογωνιαῖο λίθο» τοῦ λογοτεχνικοῦ ἔργου του.

Ἡ συνέχεια τῶν  μεταφράσεων τῶν ἔργων τοῦ Φ.Μ. Ντοστογιέφσκι εἶναι οἱ Ἀδελφοὶ Καραμαζώφ καὶ εἶναι ἤδη στὰ χέρια μου!
1.700 σελίδες περίπου σὲ ἕναν τόμο πάντα!

Γιάννης Κιουρτσάκης

Τὸ βραβεῖο Λογοτεχνικοῦ Δοκιμίου-Μελέτης τοῦ περ. Διαβάζω ἀπονεμήθηκε στὸν

Γιάννη Κιουρτσάκη γιὰ τὸ Ἕνας χωρικὸς στὴ Νέα Ὑόρκη.

Τὸ βραβεῖο ἀπένειμε ὁ  ποιητής καὶ βιβλιογράφος Δημήτρης Δασκαλόπουλος.

Γιὰ τὴν βράβευσή του ὁ Γιάννης Κιουρτσάκης ἔκανε τὴν ἀκόλουθη δήλωση:

«Εἶχα χαρεῖ εἰλικρινὰ τὸ βραβεῖο τοῦ Διαβάζω, τὴν πρώτη χρονιὰ ποὺ ἀπονεμήθηκε.  Καὶ θὰ ἦταν ὑποκριτικὸ ἂν ἔλεγα πὼς δὲν τὸ χαίρομαι καὶ σήμερα. Ὅπως θὰ ἦταν ἄδικο νὰ μὴν εὐχαριστήσω τὴν ἐπιτροπή, ποὺ μόχθησε νὰ διαβάσει τόσα βιβλία καὶ ξεχώρισε στὴν κατηγορία τοῦ δοκιμίου, τὸ μικρό μου στοχαστικὸ ἀφήγημα. Ὅμως, ἐτούτη τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ συλλογικὴ ζωή μας γνωρίζει μιὰ κατρακύλα χωρὶς προηγούμενο στὴν ὁποῖα ἔχουμε συμβάλει ὅλοι – αὐτὴ ἡ κρίση εἴμαστε ἐμεῖς – ἀναρωτιέμαι: εἶναι ἄραγε τυχαῖο ὅτι ἡ ἔξαρση τοῦ ναρκισσισμοῦ, τῆς αὐτοπροβολῆς, τῶν προσωπικῶν ἀνταγωνισμῶν, τῶν πελατειακῶν σχέσεων καὶ τῶν μικρόψυχων καβγάδων, ποὺ μαστίζουν καὶ τὸ λογοτεχνικό μας σινάφι εἰς βάρος κάθε ἔννοιας πνευματικῆς ζωῆς, συμπίπτει μ’ ἕναν πληθωρισμὸ πανηγυρικῶν ἐκδηλώσεων γιὰ τὸ βιβλίο, συμπεριλαμβανομένων τῶν βραβείων; Κι ἂν φαίνομαι ὑπερβολικός, τουλάχιστον ἂς ἀναρωτηθοῦμε ὅλοι: πόσο οἱ βραβεύσεις τῶν τελευταίων χρόνων μᾶς ἔχουν βοηθήσει, ἔστω ἀτομικά, “νὰ σηκωθούμε λίγο ψηλότερα”. Πόσο ἔχουν βοηθήσει τὴ λογοτεχνικὴ δημιουργία καὶ τὸ μοίρασμά της μὲ τὸν ἀναγνώστη; Αὐτὲς οἱ πικρὲς ἀπορίες μὲ ἐμποδίζουν νὰ δεχτῶ μὲ ἤρεμη συνείδηση τὸ βραβεῖο.

Γιάννης Κιουρτσάκης

10 Μαΐου 2010»

ΟΝΕΙΡΟΥ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ

gr1_031Πριν δώδεκα μήνες ξεκίνησε στην Ίνδικτο η έκδοση των έργων του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Ήταν ένα όνειρο που σιγά-σιγά γίνονταν πραγματικότητα.

Πρώτος σταθμός Οι Δαιμονισμένοι. Ήταν 5 Νοεμβρίου 2007 που μοιραζόμουν μαζί σας τον ενθουσιασμό και την χαρά μου.

Ο χρόνος κύλησε οδηγώντας μας στον δεύτερο σταθμό.

Την περασμένη Πέμπτη Ο Ηλίθιος ήταν στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Την ίδια μέρα η Κατερίνα Ανέστη, από την LIFO, μου ζήτησε να κάνουμε μια συνέντευξη. Τα ερωτήματά της με βόηθησαν να πω ο,τι πραγματικά ήθελα να μοιραστώ με όλους τους φίλους και τους αναγνώστες της Ινδίκτου. Αντιγράφω λοιπόν αυτήν την συνέντευξη η οποία δημοσιεύεται στο σημερινό φύλλο της LIFO του αγαπητού Στάθη Τσαγκαρουσιάνου.

Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία-πρόκληση στην έκδοση αυτού του μνημειώδους μυθιστορήματος;

Η μετάφραση ξεκίνησε πριν από δύο περίπου χρόνια. Πρόκειται για το δεύτερο σταθμό ενός μακρινού ταξιδιού, το τέλος του οποίου δεν είναι ακόμη ορατό. Όπως γνωρίζετε, η απόφαση που πήραμε από κοινού με τη μεταφράστρια Ελένη Μπακοπούλου είναι να συνεχίσουμε μέχρι το τέλος. Ίσως αυτό να είναι και η μεγαλύτερη πρόκληση. Το συγγραφικό μέγεθος και ο όγκος του έργου του Ντοστογιέφσκι από τη μια, και ο χρόνος, ο δικός μου και της Ελένης, από την άλλη.

Αισθάνεσθε πως πέρα από αυτό καθαυτό το σημαντικό γεγονός της έκδοσης έπρεπε να «αναμετρηθείτε» και με την προηγούμενη μετάφραση και το μέγεθος του Άρη Αλεξάνδρου;

Οι μεταφράσεις του Αλεξάνδρου ήταν ένα επιπλέον μέγεθος που οφείλαμε να εκτιμήσουμε. Η ύπαρξή τους λειτούργησε ευεργετικά, καθώς επέβαλαν εξαρχής το μέτρο και τη σοβαρότητα του εγχειρήματος. Λέγεται πως η μετάφραση των κλασικών οφείλει να απασχολεί κάθε γενιά. Πόσω μάλλον του μέγιστου των κλασικών. Σαράντα και πλέον χρόνια μετά τις μεταφράσεις-ορόσημο του Αλεξάνδρου, η γλώσσα μας όφειλε να υποδεχτεί ξανά το μεγαλείο της παγκόσμιας λογοτεχνίας και να μετρηθεί. Η εργασία της Ελένης Μπακοπούλου πιστεύω πως δικαιώνει την προσπάθεια. Η μετάφρασή της είναι εξαιρετική, σύγχρονη και ταπεινή. Όσοι εκτίμησαν την εργασία της στους Δαιμονισμένους, είμαι σίγουρος πως θα ενθουσιαστούν με τον Ηλίθιο.

DOST Ilithios Cover

Γιατί επιλέξατε για το εξώφυλλο ένα στοπ-καρέ από την εμβληματική ταινία του Μπρεσόν Αu hazard Balthazar;

Το εξώφυλλο υπέδειξε ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, φίλος καλός και σπάνιος συνεργάτης. Η ταινία του Μπρεσόν παραπέμπει στον Ηλίθιο και στον πρίγκιπα Μίσκιν, με τον ίδιο μυστικό και άρρητο τρόπο που ο Ντοστογιέφσκι, χτίζοντας τον Μίσκιν, προσεύχεται στον Χριστό.

Πώς αποφασίσατε να ανοίξετε στην Ίνδικτο το κεφάλαιο «Ντοστογιέφκσι»;

Από την στιγμή της ιδρύσεως της Ινδίκτου, ίσως και πριν από αυτήν, ταυτόχρονα με τη μεγάλη μου αγάπη, σκεφτόμουν την αναγκαιότητα ύπαρξης νέων μεταφράσεων και νέων εκδόσεων των έργων του Φ. Ντοστογιέφσκι. Χρειάστηκα πάνω από δέκα χρόνια για να ανακαλύψω στο πρόσωπο της Ελένης Μπακοπούλου την κατάλληλη μεταφράστρια και συγχρόνως τον άνθρωπο που θα δεχόταν να μοιραστεί το όνειρό μου. Η συνέχεια, λοιπόν, του ονείρου θα είναι το Υπόγειο, που, πρώτα ο Θεός, θα κυκλοφορήσει τον Οκτώβριο του 2009. Μαζί, στην ίδια μορφή και σειρά, θα εκδοθούν και οι Αναμνήσεις από την Κολιμά του Βαρλαάμ Σαλάμωφ. Έτσι, σιγά σιγά, θα διευρύνουμε τον ντοστογιεφσκικό κύκλο, προς τέρψιν, ελπίζω, των αναγνωστών μας.

Πότε πρωτοδιαβάσατε τον Ηλίθιο;

Η πρώτη ανάγνωση είναι πολύ μακρινή. Στα τριάντα χρόνια που κύλησαν, έχουν προστεθεί σ’ αυτήν την πρώτη πάνω από δέκα επιπλέον αναγνώσεις του Ηλίθιου. Μου έκανε πάντα εντύπωση πως σε κάθε ανάγνωση, ακόμη και στη δέκατη, ανακάλυπτα κάτι καινούργιο, κάτι που έπαιρνα όρκο πως δεν υπήρχε σε όλες τις προηγούμενες. Και η αλήθεια είναι πως σε αυτά τα μεγάλα έργα ο αναγνώστης δοκιμάζει τα όριά του, εξερευνά τον ίδιο του τον εαυτό. Αυτό, εν ολίγοις, είναι το μεγαλείο του Ντοστογιέφσκι.

Υπάρχουν στον Ηλίθιο μηνύματα που επιθυμεί να απευθύνει ο Ντοστογιέφσκι;

Παρά το γεγονός πως ο Ντοστογιέφσκι υπήρξε θερμός ιδεολόγος, τα μυθιστορήματά του δεν κρύβουν μηνύματα. Τολμώ να πω πως ο Ντοστογιέφσκι δεν κουβαλά καμιά βεβαιότητα, καμιά πίστη. Αντιθέτως, καίγεται από την αβεβαιότητα και την απιστία. Ο τρόπος του είναι πάντοτε πλάγιος – ποτέ ευθύς και απόλυτος. Διακρίνει κάθε χαραμάδα της ανθρώπινης ψυχής, φωτίζοντάς την. Η ιδέα του Ντοστογιέφσκι για τον Ηλίθιο ήταν να απεικονίσει, στο πρόσωπο του πρίγκιπα Μίσκιν, τον απόλυτα καλό άνθρωπο. Αποστολή του Μίσκιν είναι να «αναστήσει τον άνθρωπο». Αυτόν, λοιπόν, τον άνθρωπο μας τον παρουσιάζει επιληπτικό, τρελό, αφελή, σαν από άλλο κόσμο, που η παραγματική ζωή εν τέλει τον υπερβαίνει. Θα έλεγε κανείς πως, μαζί με τον Μίσκιν, αποτυγχάνει κι ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκι. Το συγκλονιστικό είναι πως η αποτυχία είναι συνειδητή, με την ελπίδα, εντούτοις, να παραμένει άσβεστη.

Ο Μίσκιν είναι από τους πλέον αριστοτεχνικά γραμμένους ήρωες της λογοτεχνίας. Με ποιους άλλους ήρωες θα τον συγκρίνατε;

Στον Ηλίθιο, ίσως περισσότερο απ’ ό,τι σε οποιοδήποτε άλλο έργο του, ο Ντοστογιέφσκι έβαλε έντονη τη σφραγίδα των πνευματικών και φιλοσοφικών του ανησυχιών, του συναισθηματικού του κόσμου, των καταλυτικών προσωπικών βιωμάτων του. Θέμα του: το Καλό, μέσα από την απεικόνιση του «απόλυτα καλού ανθρώπου» και της συνυφασμένης μ’ αυτό έννοιας της «αγάπης». Ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκι ομολογεί σε μια επιστολή του πως «δεν υπάρχει τίποτε δυσκολότερο από αυτό στον κόσμο». Η σύγκριση που μου ζητάτε με οδηγεί μόνο στο Κονσέρτο για πιάνο, αρ. 3 του Σ. Ραχμάνινωφ και στον Αντρέι Ρουμπλιώφ του Αν. Ταρκόφσκι.

Πώς τα μοτίβα των κεντρικών φιγούρων του Ντοστογιέφσκι κατορθώνουν σήμερα να είναι όχι επίκαιρα αλλά πρόσωπα πραγματικά, αναγνώσιμα και αναγνωρίσιμα δίπλα μας;

Είναι ακριβώς όπως το λέτε. Πραγματικά, αναγνώσιμα και αναγνωρίσιμα. Γιατί, ακριβώς, ο Ντοστογιέφσκι πλάθει τα μυθιστορήματά του και τους ήρωές του ως άλλος «δημιουργός», χαρίζοντάς τους πνοή ζωής. Κάθε ήρωας του Ντοστογιέφσκι ζει, αναπνέει, αισθάνεται. Γι’ αυτό και στις σελίδες των μυθιστορημάτων του κυλά αίμα ζεστό.

Σε τι τιράζ βγήκε ο Ηλίθιος; Τι σας δείχνει (εμπορικά) η προηγούμενη εμπειρία των Δαιμονισμένων;

Η πρώτη έκδοση του Ηλίθιου κυκλοφόρησε σε 4.000 αντίτυπα. Εύχομαι μέχρι τα Χριστούγεννα να έχουν φτάσει όλα στα χέρια των αναγνωστών. Οι Δαιμονισμένοι κυκλοφόρησαν σε 3.000 και πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε η 2η έκδοση.

ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Εδώ και λίγες βδομάδες κυκλοφόρησαν από την Ίνδικτο τα Μικρά Βασίλεια της Ανθής Λεούση.

Επιλέγω ένα ποίημα αντίδωρο στους φίλους που επιμένουν να διαβάζουν και να αγαπούν την ποίηση.

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΜΗΝΙΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ

Στην κατοχή μου έχω:

1. Κεντίδια ψιλοβελονιά μη βρέξει και μη στάξει
σε γυαλιστερή μαύρη κασέλα

2. Στον αχυρώνα δρεπάνια κοφτερά.

3. Για τα παραπανίσια στόματα
φέτες πορτοκαλιών και γλυκολέμονων στο ντουλάπι.

4. Πάντα νωπό ανθότυρο μόλις βγαλμένο
από μια στάνη στον Αττάβυρο.

5. Έναν μαγνήτη ολοστρόγγυλο σαν πρόσωπο ακριβό
στη βράχινη κορφή του Σάου
πάνω από τα σγουρά στεφάνια του τσαγιού.

6. Αγριοαχιβάδες από της Υπατίας το διάβα.

7. Ένα και μόνο γυμνό μάγουλο
μες στο μελάνι φυλαγμένο στην ψευτοσοφίτα.

8. Πολλή άνοστη ομίχλη – πολύ νόστιμο καπνό.

9. Μία παντού κρυμμένη σχεδόν αδιάκοπη ευχή – Καλό ξημέρωμα
μες σε κρινώδη ακίνητα πυκνά λευκά
σαν και του Νικηφόρου Λύτρα και του Παπαλουκά.
Έχω επίσης:

Έναν γραφικό χαρακτήρα φεγγαρίσιο – κρυπτοηλιακό.

Πολλές φορές ένα ίσον κανένα.

Γι’ αυτό αλλά και γιατί ο Χρήστος πρέπει να απαντήσει κρίνοντας, ιδού και ένα δεύτερο δείγμα από τα Μικρά Βασίλεια.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΤΡΙΔΑ

Να που δεν νιώθω αυτό που λεν: να νιώθεις ξένος –

τα ζούδια και τα έντομα που αιωρούνται ασάλευτα

στη μαγεμένη πιο θερμή νύχτα του χρόνου,

το κάθε ζώο και το πουλί – η Αλεπού

η φιλενάδα των τριών Σκοπιωρών στα τρία ψηλώματα της Σαλαμίνας,

ακόμα και η κοριτσίστικη κοαστική φωνή της βραδινής νανομουγκάνας –

όλα καλά φτιαγμένα – και στην ώρα τους

και πάλι με την ώρα τους χαλασμένα –

όλα καλά ειπωμένα – και στην ώρα τους

και πάλι με την ώρα τους βουβά –

το κάθε σπίτι η αποθήκη και το όχημα, των δίκαιων οι επίμονοι υπολογισμοί,

το γέλιο μιας ναϊάδας ανοστούτσικης που βράδιασε αφηρημένη –

ανθρώπινο τίποτα δεν μου είναι ανοίκειο –

κι από τα δύσβατα όπου φυτρώνει – τίποτα

– θα έπαιρνα όρκο απόψε – που να μην είναι αγαπητό:

Σαν μονοκόμματο βαρύ γλυπτό – σαν ίσκιος που πατά κάποιον ηλιόλουστο ύπνο –

το κάθε τι το κάθε τι θέλει την τέχνη του και την πανούργα υπομονή –

υπομονή θνητή, που με αποτυχία τρέφει το τρομερό της θέλημα.

Η Ανθή Λεούση είναι φιλόλογος˙ δίδαξε σε φροντιστήρια, γυμνάσια και λύκεια στο Κιλκίς, στη Νίσυρο, στη Θεσσαλονίκη, στην Τήνο, στην Αίγινα, στη Χαλκίδα -και συνεχίζει να διδάσκει.
Το 1992 δημοσίευσε την ποιητική συλλογή Το φως της ημέρας (Συνέχεια). Μετέφρασε την Αντιγόνη του Σοφοκλή (Θεσσαλονίκη 1982), Στο δικαστήριο του πατέρα μου και τις Ιστορίες για παιδιά του Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ (Εστία), τις Μυθολογίες του χειμώνα του Πιέρ Μισόν, το Μπαλκόνι στο δάσος του Ζυλιέν Γκρακ και τα Ημερολόγια και γράμματα της Καίτε Κόλλβιτς (Ίνδικτος). Ποιήματά της δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Εντευκτήριο, Νέα Εστία, Νεφούρια –μικρές μελέτες της στα περιοδικά Αντί και Παπαδιαμαντικά Τετράδια. Μετέφρασε επίσης Έξι λαϊκά τραγούδια από τα βρεττανικά νησιά (περοδικό Πλανόδιον), ποιήματα των Τόμας Χάρντυ, Τζέραρντ Μάνλεϋ Χόπκινς (Το ναυάγιο του Ντόυτσλαντ) και το Τρεμολίνο του Τζόζεφ Κόνραντ (περιοδικό Εκηβόλος), καθώς και ποιήματα του Ανδρέα Κρύφϊου και του Ρόμπερτ Μπράουνινγκ (περιοδικό Νέα Εστία).
Τον Μάιο του 2008 εκδόθηκε η ποιητική της συλλογή Μικρά βασίλεια (Ίνδικτος).

ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΑ ΤΕΙΧΗ

Μην διαβάζεις σαν παιδί, για να διασκεδάζεις, ούτε σαν τους φιλόδοξους, για να μορφωθείς. Διάβαζε για να ζήσεις.
Δεν συνηθίζω να διαλέγω από τους τίτλους της Ινδίκτου. Είναι προφανώς όλα τα κείμενα επιλογές μου και κατ’ επέκτασιν βιβλία που προτείνω σε όλους τους αναγνώστες.
Το βιβλίο του Σωτήρη Χαλικιά Πριν και μετά τα Τείχη, ανήκει στις εξαιρέσεις αυτού του κανόνα.

Το διαλέγω και το προτείνω ανεπιφύλακτα σε όλους!

Κείμενο που σε κάθε λέξη, κάθε παράγραφο, κάθε σελίδα του, ο αναγνώστης θα αντικρίσει την αλήθεια ενός ανθρώπου, την αλήθεια μιας γενιάς.
Η γνωριμία και η σχέση με ανθρώπους σαν τον Σωτήρη είναι από τα τυχερά του επαγγέλματος. Ίσως δε να είναι αυτοί οι άνθρωποι που σε κρατούν και σου δίνουν κουράγιο να συνεχίσεις.
Δόξα τω Θεώ, ο Σωτήρης δεν είναι ο μόνος και γι’ αυτό παράπονο δεν έχω!

Αντλώ από το κείμενο του Σ. Χαλικιά ένα απόσπασμα, όχι αντιπροσωπευτικό, μα κατάλληλο για να προχωρήσω και σε μιαν ακόμη πρόταση.
Αυτή η δεύτερη πρόταση είναι για τους Θεσσαλονικείς φίλους, πρωτίστως δε για τον Σωσία μου, που κατοικοεδρεύει κάπου εκεί γύρω. Κάποια στιγμή θα αναφερθώ και σ’ αυτόν τον σωσία εκτενέστερα.

Την Δευτέρα, λοιπόν, 7 Απριλίου στις 21.00 το βράδυ, στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών στην Θεσσαλονίκη στο πλαίσιο των παράλληλων εκδηλώσεων της έκθεσης «Picasso, Suite 347», διοργανώνεται Ποιητικό Αναλόγιο με κείμενα του Πικάσο και για τον Πικάσο.
Στους χώρους του Ιδρύματος παρουσιάζονται και χαρακτικά του σπουδαίου Ισπανού. Για τα κείμενα δεν ξέρω, μα τα χαρακτικά είναι εξαιρετικά! Τυπώθηκε και κατάλογος για τους μερακλήδες.
Ο Πικάσο υπήρξε η προσωποποίηση της λέξεως Δημιουργός. Το παρακάτω δε απόσπασμα του Σωτήρη Χαλικιά είναι χαρακτηριστικό.
Στην οθόνη της τηλεόρασης, το πρόσωπο του Πικασσό σε γκρό πλάν. Τα φρύδια του σμίγουν, η ματιά του συγκεντρώνεται σ ένα σημείο. Ύστερα η κάμερα απομακρύνεται σιγά σιγά. Βλέπουμε λοιπόν ότι είναι καθισμένος σε μια καρέκλα και παρατηρεί από κάποια απόσταση έναν πίνακα που φαίνεται να έχει μόλις αρχίσει. Μένει καθιστός για λίγο ακόμη, ενώ η κάμερα, ολοκληρώνοντας την υποχώρησή της παρουσιάζει τώρα τον χώρο του ατελιέ. Η εικόνα κάπως σκοτεινή, οι τοίχοι γκρίζοι. Ξανά το πρόσωπο του ζωγράφου σε γκρό πλάν. Η ίδια ένταση στην ματιά, η ίδια συγκέντρωση στον πίνακα. Η κάμερα δεν υπάρχει γι αυτόν, τίποτα δεν υπάρχει γι αυτόν, εκτός από εκείνες τις πρώτες γραμμές και τις άλλες που συνωστίζονται μέσα του. Σηκώνεται από την καρέκλα – πρέπει κι εκεί νάκανε ζέστη γιατί φοράει μόνο ένα φανελάκι και κοντά παντελόνια – πλησιάζει το καβαλέτο και τραβάει δύο νέες γραμμές. Στέκει δίπλα στον πίνακα σκεφτικός, γκρό πλάν πάλι το πρόσωπό του, κι ύστερα σα να βρήκε αυτό που έψαχνε αρχίζει με φρενίτιδα τις πινελιές χωρίς πλέον την παραμικρή διακοπή…

Έξω βρέχει από το πρωί. Φεύγω για ξενύχτι και Σύσσημον…