ΜΑΡΤΥΡΟΛΟΓΙΟ

Ὅσα χρόνια κι ἂν πέρασαν παραμένει μέσα μου τὸ ἀπόλυτο καταφύγιο.

Ἡ διαρκὴς καταφυγή μου.

Ἀπόψε ξαναείδα τὸν Καθρέφτη.

Ὁ Κινηματογράφος ὀφείλει μεταξύ πολλῶν ἄλλων τὰ ὄριά του στὸν μεγάλο αὐτὸ ποιητή.

Στὸν Καθρέφτη, ἡ έκφραστικότητα τοῦ Ταρκόφσκι ἀγγίζει τὸ ἀπόλυτο.Θέμα του ἡ Μνήμη και ὁ Χρόνος.

Στην ουσία πρόκειται γιὰ μία κινηματογραφικὴ ἐκδοχὴ τοῦ Χαμένου Χρόνου.

Κατανοῶ τώρα πὼς ἀποκτῶ καὶ ἐγὼ μνήμη ἐπιλεκτική, κρατῶντας μόνο ἐκεῖνες τὶς ἀναμνήσεις ποὺ μοῦ εἶναι ζωτικές.

Vodpod videos no longer available.

 

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΛΙΒΥΗ ΤΟΥ ΚΑΝΤΑΦΙ

Τὸ 2007 ἡ Ἴνδικτος κυκλοφόρησε σὲ μετάφραση Ξενοφῶντα Κομνηνοῦ, τὸ μυθιστόρημα τοῦ Λίβυου συγγραφέα Hisham Matar Στὴν Χῶρα τῶν Ἀνδρῶν.

Ἕνα συναρπατικὸ μυθιστόρημα γιὰ τὴν ζωὴ στὴν Λιβύη τοῦ Καντάφι. Μὲ ἀφορμὴ αὐτὴ τὴν κυκλοφορία, ὁ Ἡλίας Μαγκλίνης δημοσίευσε στὴν Καθημερινὴ τὴν παρακάτω συνέντευξη μὲ τὸν συγγραφέα τοῦ βιβλίου Hisham Matar:

H σκοτεινή Λιβύη του Καντάφι μέσα από ένα μυθιστόρημα

Στην ερώτηση«είχες πρόσφατα νέα απ’ τον πατέρα σου;», ο Χισάμ Ματάρ απαντά μ’ ένα ξερό, κοφτό «Οχι». Τίποτε άλλο. Ο Χισάμ είναι 38 ετών. Γεννήθηκε το 1970 στη Νέα Υόρκη, όπου και πέρασε τα πρώτα τρία χρόνια της ζωής του. Ο πατέρας του εργαζόταν στη λιβυκή αποστολή των Ηνωμένων Εθνών. Το 1973, η οικογένειά του επέστρεψε στην Τρίπολη. Οταν το 1979 το καθεστώς Καντάφι κατηγόρησε τον πατέρα του Ματάρ ως αντικαθεστωτικό (ήταν απλώς διανοούμενος, επιτυχημένος επιχειρηματίας και επιφανής αντιφρονών), εξαναγκάστηκε σε φυγή από τη χώρα, οπότε και εγκαταστάθηκε οικογενειακώς στο Κάιρο. Το 1986 ο 16χρονος Ματάρ μετέβη στο Λονδίνο, μαζί με τον αδελφό του.

Η απαγωγή

Το 1990 τα δύο αδέλφια πληροφορήθηκαν από τη μητέρα τους ότι ο πατέρας τους αγνοείτο. Ολοι κατάλαβαν τι είχε συμβεί: άνθρωποι του καθεστώτος Καντάφι είχαν ενορχηστρώσει την απαγωγή του. Πέρασαν έξι χρόνια σιωπής. Το 1996 έφτασαν δύο επιστολές, τις οποίες ο πατέρας είχε περάσει παράνομα από τη φυλακή, σύμφωνα με τις οποίες τον είχε απαγάγει το 1990 η μυστική αστυνομία της Αιγύπτου, η οποία τον παρέδωσε στις λιβυκές αρχές, οι οποίες με τη σειρά τους τον έκλεισαν στις διαβόητες φυλακές Αμπού-Σαλίμ. Εκτοτε, σιωπή πάλι. Κανείς δεν γνωρίζει αν ο Ματάρ πατέρας βρίσκεται στη ζωή.

Η ιστορία ήρθε στην επιφάνεια μέσα από το μυθιστόρημα που έγραψε ο Χισάμ «In the Country of Men» (Penguin/Viking, στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ινδικτος, «Στη χώρα των ανδρών», μτφρ. Ξ. Κομνηνός). Σε αυτό το πρώτο του βιβλίο, ο συγγραφέας μιλάει διαθλαστικά, και δεξιοτεχνικά, για την οικογενειακή τραγωδία. Κεντρικός πρωταγωνιστής ο εννιάχρονος Σουλεϊμάν, η ιστορία του οποίου είναι πανομοιότυπη με εκείνη του Χισάμ – όπως και του πατέρα του. Οταν τον ρωτάω αν ο Σουλεϊμάν είναι ένας μεταμφιεσμένος Χισάμ, απαντά: «Και βέβαια όχι. Ο Σουλεϊμάν είναι πολύ πιο ενδιαφέρων τύπος». Επιμένω πάνω στον αυτοβιογραφικό φόντο. «Μερικοί», λέει, «ενδιαφέρονται για παράλληλες γραμμές ανάμεσα στη ζωή ενός συγγραφέα και στον μυθοπλαστικό κόσμο που επινοεί. Δεν είναι αλήθεια ότι η “Χώρα των ανδρών” χαρακτηρίζεται από ένα έντονα αυτοβιογραφικό φόντο. Είναι ένα έργο της φαντασίας. Δεν ήθελα να “αντιμετωπίσω” κάτι, απλά να στοχαστώ πάνω σε ορισμένα θέματα, όπως είναι η αγάπη και η εξορία».

Εξορία: λέξη-κλειδή. Ο Ματάρ είναι Λίβυος, ωστόσο, το βιβλίο γράφηκε στο Λονδίνο, στα αγγλικά. Ο ίδιος πώς αισθάνεται; «Είμαι Λίβυος συγγραφέας που γράφει στα αγγλικά. Είμαι Αγγλος συγγραφέας που αναπνέει στα αραβικά».

Διαβάζοντας το βιβλίο, αναρωτήθηκα: τι ξέρουμε για τη σύγχρονη Λιβύη; Τα στοιχειώδη: το 1969 ο 27χρονος τότε Καντάφι ηγήθηκε στρατιωτικού πραξικοπήματος μέσω του οποίου καταργήθηκε η μοναρχία στη χώρα. Το 1972 απαγορεύθηκαν τα πολιτικά κόμματα και σήμερα η Λιβύη βρίσκεται στις πρώτες θέσεις των χωρών που παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Οπως λέει ο Χισάμ στην «Κ»: «Η Λιβύη παραμένει πολύ δύσκολο μέρος για να ζήσει κανείς. Οι ΗΠΑ και η Ευρώπη έχουν αποτύχει στο να πιέσουν το καθεστώς να βελτιώσει τη ζοφερή κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μια χρυσή ευκαιρία χάθηκε: κυρίως για τον λιβυκό λαό που υποφέρει από το καθεστώς 32 χρόνια αλλά και για τη Δύση, προκειμένου να επιδείξει το σθένος της στην προώθηση των αρχών της δημοκρατίας, της δικαιοσύνης, της ελευθερίας. Για τα κακά της Λιβύης ευθύνεται η ίδια η κυβέρνηση φυσικά, αλλά, αν μη τι άλλο, ο κοινός νους υπαγορεύει ότι συνεισφέρεις κι εσύ σε αυτό όταν υπογράφεις συμφωνίες με αξιωματούχους τους οποίους ουδέποτε εξέλεξε ο λαός». Πρόσφατα ο Ματάρ εμφανίστηκε πλάι στους Χάρολντ Πίντερ και Τομ Στόπαρντ σε μια βραδιά του Human Rights Watch. Και οι δύο, όπως και ο νομπελίστας Τζ. Μ. Κουτσί, μίλησαν επαινετικά για το βιβλίο του, το οποίο, στο περσινό Βραβείο Booker έφτασε στην τελική σύντομη λίστα, όπως και σ’ εκείνη του Guardian First Book Award.

Σε δεκαπέντε γλώσσες

Επιπλέον, μεταφράστηκε σε 15 γλώσσες κι εκδόθηκε σε 18 χώρες. Μεγάλη επιτυχία για πρωτοεμφανιζόμενο. Δεν είναι ειρωνικό, με δεδομένη τη θεματολογία του βιβλίου; «Η ειρωνεία», αποκρίνεται, «είναι μια καλή λέξη εδώ… Δεν έχω συναίσθηση καμίας επιτυχίας διότι δεν υπάρχει ένας σαφής τρόπος για να μετρηθεί η επιτυχία ενός βιβλίου. Είναι οι πωλήσεις; Πολλά κακά βιβλία πουλάνε τόνους αντίτυπα. Είναι η κριτική αποτίμηση; Αυτό μου φαίνεται πιο στέρεο, αλλά και πάλι δεν έχει το αλάθητο. Πολλοί καλοί, ακόμα και μεγάλοι, συγγραφείς, αγνοήθηκαν από κορυφαίους κριτικούς της εποχής τους. Σας παρακαλώ, μη με παρεξηγείτε: τα εγκωμιαστικά σχόλια μ’ ενθουσίασαν, αλλά καλό είναι να μην τα παίρνει κανείς τοις μετρητοίς. Ωστόσο, η προσοχή που τράβηξε το βιβλίο, μαζί με κάποια γεμάτη χυδαιότητα και επιθετικότητα αδιακρισία ήταν κάτι δυσάρεστο. Περιφρουρώ την προσωπική μου ζωή, θέλω να συνεχίσω να ζω ήσυχα». Σε πρόσφατο άρθρο του στον Independent, ο Χισάμ ζητά να μάθει τι απέγινε ο πατέρας του. «Ακόμα κι αν είναι νεκρός, θέλω να ξέρω πού είναι θαμμένος», γράφει. Αυτό, πριν από το αποκαρδιωτικό «όχι» με το οποίο μας απάντησε στο οδυνηρό ερώτημα σχετικά με τη μοίρα του πατέρα του…

Τὰ πνεύματα τῶν Χριστουγέννων


Ἀπό τὸν καλό μου φίλο Γιάννη Πάσχο, έλαβα μαζὶ μὲ τὶς εὐχές του τὸ παρακάτω διήγημα.
Τὸ μοιράζομαι μαζί σας εὐχόμενος καὶ γὼ μὲ τὴν σειρά μου σὲ ὅλους Καλὰ Χριστούγεννα!

Κάθε Χριστούγεννα, χρόνια τώρα, μια περίεργη ομάδα τριγυρνά στις ταραγμένες περιοχές της γης, πότε ορατή και πότε αόρατη αφήνοντας «δώρα» παράδοξα για μέρες γιορτινές. Τα Χριστούγεννα του 2008, βρέθηκαν στη άμοιρη Παλαιστίνη, μετά τράβηξαν για το Θιβέτ και την Μιανμάρ. Στην συνέχεια πέρασαν με τρόπο μαγικό στα χωριά των Ζαπατίστας, πέταξαν προς την Νότια Οσετία και ανήμερα Χριστουγέννων επέλεξαν να γιορτάσουν στην Αθήνα.

Μπροστά πήγαιναν ο Τσούμπ και ο Βάκουλα του Γκόγκολ, ακολουθούσαν ο Μολυβένιος στρατιώτης και το Κορίτσι με τα σπίρτα του Andersen, o Γιάννης ο Βλογημένος του Κόντογλου, ο Εμπενέιζερ Σκρουτζ του Dickens, η Νέλλη και η Μαλάνια Τιχόνοβνα του Τσέχωφ, η θεια-Αχτίτσα, η Διαλεχτή, η Θοδωριά και ο παπα-Φραγγούλης του Παπαδιαμάντη, λίγο πιο πίσω το παιδί με το απλωμένο χέρι και ο Γιούλιαν Μαστάκοβιτς του Ντοστογιέβσκι, η Παναγία του Καρκαβίτσα, ο Άσημος συγγραφέας του Hoestlandt και τα φαντάσματα του Lowndes μαζί με το χριστουγεννιάτικο Τέρας της Krailing. Πιο πίσω γινόταν ένας χαμός. Κάτασπροι μονόκεροι των Χριστουγέννων έτρεχαν δεξιά και αριστερά, χιονάνθρωποι μετέφεραν ζαχαρωμένα σπιτάκια, βασιλοπούλες πανέμορφες τραγουδούσαν πάνω σε ελέφαντες, ξυλοκόποι κρατούσαν ελατάκια με κόκκινα σκουφιά, ενώ δεκάδες λυκάκια και καλικάντζαροι γυρόφερναν εδώ και εκεί παίζοντας πότε με τον Σπότ και πότε με τα αστεράκια που έλαμπαν πάνω στην μεγάλη γιόλκα που είχαν φέρει οι Ρώσοι και κρατούσαν εναλλάξ, πότε η θεία Αχτίτσα και πότε το παιδί με το απλωμένο χέρι.

Ανήμερα των Χριστουγέννων η Αθήνα φαινόταν έρημη. Η πλατεία Συντάγματος -που ήταν και ο χώρος που η ομάδα θα γιόρταζε και θα άφηνε τα «δώρα» της – ήταν περικυκλωμένη από αστυνόμους με κράνη, ασπίδες και γκλόμπς.

«Τι είναι τούτοι» αναρωτήθηκε ανήσυχος ο επικεφαλής της αστυνομικής δύναμης όταν τους είδε από μακριά νάρχονται κι ενημέρωσε το κέντρο: «Ομάδα πάνω από πενήντα ανθρώπους, γυναίκες και άνδρες, παράξενα ντυμένοι σαν να είναι απόκριες κρατούν ένα μεγάλο Χριστουγεννιάτικο δένδρο που το λένε γιόλκα και μαζί με καμιά εβδομηνταριά περίεργα ζώα πλησιάζουν την πλατεία. Τραγουδούν και ψέλνουν σε διάφορες γλώσσες ακαταλαβίστικες. Περιμένω εντολές».

«Αναλάβατε δράση, προχωρήστε σε αναγνώριση στοιχείων. Στέλνουμε ενισχύσεις» αποκρίθηκε το κέντρο.

Ο επικεφαλής της αστυνομικής δύναμης δεν πρόλαβε να τελειώσει τη συνομιλία με το κέντρο και η παράξενη ομάδα διέσχισε λες και ήταν άυλη τον κλοιό κι έστησε το μεγάλο Χριστουγεννιάτικο δένδρο στην πλατεία.

Τα λυκάκια γρύλιζαν, οι ελέφαντες σήκωναν επιδεικτικά τα δυο τους μπροστινά πόδια, τα φαντάσματα των Χριστουγέννων ούρλιαζαν, οι καλικάντζαροι χοροπηδούσαν προκλητικά γύρω από τους αστυνομικούς, οι ξυλοκόποι φύτευαν στις πλάκες τα έλατα με τα κόκκινα σκουφιά και οι μονόκεροι έτρεχαν ασταμάτητα ο ένας πίσω από τον άλλον σχηματίζοντας ένα ζωντανό κάτασπρο καρουσέλ που περιστρεφόταν μαγευτικά κάτω από το φως του φεγγαριού.

Οι αστυνόμοι απομείναν σύξηλοι. Έκαναν να χτυπήσουν τα γκλόπς πάνω στις ασπίδες αλλά ο θόρυβος που ακουγόταν ήταν αστείος, μικρός και ασήμαντος. Προσπαθούσαν να προχωρήσουν συντονισμένα προς τα εμπρός αλλά το μόνο που κατάφερναν ήταν ένα διαρκές σημειωτόν. Απελπισμένοι και φοβισμένοι κοιτούσαν ο ένας τον άλλον ενώ στο κέντρο της πλατείας γινόταν πανδαιμόνιο από τραγούδια και χορούς.

Μετά από λίγη ώρα η ομάδα όπως ξαφνικά εμφανίστηκε έτσι και χάθηκε. Στη βάση του μεγάλου χριστουγεννιάτικου δένδρου, είχαν αφήσει τα «δώρα» τους, δώδεκα κατάμαυρα κουτιά, τυλιγμένα με κόκκινες αστραφτερές κορδέλες.

Ο επικεφαλής της αστυνομικής δύναμης πολύ αναστατωμένος και αμήχανος ενημέρωσε αμέσως το κέντρο: «Άφησαν δώδεκα κατάμαυρα ξύλινα κουτιά, που μοιάζουν με οστεοφυλάκια και εξαφανίστηκαν. Στην μπροστινή επιφάνεια κάθε κουτιού υπάρχει μια μικρή φωτογραφία και ένα όνομα, Γκόγκολ, Κανελλοπούλου, Κουμής, Andersen, Κόντογλου, Καλτεζάς, Dickens, Τσέχωφ, Παπαδιαμάντης, Αλέξης Γρηγορόπουλος, Ντοστογιέβσκι, Καρκαβίτσας. Επτά από τους δώδεκα είναι έλληνες οι άλλοι μάλλον ξενόφερτοι, κομουνιστές ή τρομοκράτες. Περιμένω επειγόντως εντολές».

Last Tapes

Ἀπὸ τὸν περασμένο Ἰούλιο μία νέα ἱστοσελίδα κάνει τὴν ἐμφάνισή της στὸ διαδίκτυο. Πρόκειται γιὰ τὶς Τελευταῖες Μαγνητοταινίες, ἢ Last Tapes, ἕνα ἡλεκτρονικὸ περιοδικὸ κριτικῆς καὶ ἀρθρογραφίας, ποὺ σὰν μέτρο καὶ βάση του ἔχει τὸ κείμενο.

Διεκδικῶντας τὴ δυνατότητα νὰ ἐπιστρέψουν τὶς σημασίες τῶν πραγμάτων ἐκεῖ ποὺ ἀνήκουν, ἐν προκειμένω ἑντὸς τοῦ κειμένου, οἱ Last Tapes πραγματεύονται μία σειρὰ διαφορετικῶν θεμάτων, ἀπὸ πολιτικὰ καὶ φιλοσοφικὰ μέχρι πολιτιστικὰ καὶ τηλεοπτικά, ἔχοντας στὸ νοῦ ὅτι θέλουν νὰ μιλήσουν γιὰ τὶς ἰδέες τους  «ἀγνοῶντας, μὲ ἕνα εἴδος θρασύτατης ἀφέλειας, τὴν ἐξαπλωμένη σύγχρονη χρήση τῶν κειμένων».

Άπὸ σήμερα κυκλοφορεῖ τὸ δεύτερο τεῦχος τοῦ Last Tapes μὲ ἀφιέρωμα στὸ Νέο Μουσεῖο τῆς Ἀκρόπολης καὶ τὴν πόλη.
Στὴν σύνταξη τοῦ περιοδικοῦ βρίσκονται οἱ Δημήτρης Χρυσὸς Τομαρᾶς καὶ Γιάννης Ἀστερῆς.