Ἀπαντώντας στὸν κύριο Προύστ…

DIAMANTOPOULOS1

Πιστεύω πὼς τὰ ἐρωτήματα γενικῶς εἶναι πολύπλοκα, γι᾽ αὐτὸ καὶ κατὰ κανόνα δὲν ἐμπιστεύομαι τὶς ἀπαντήσεις ποὺ ἁπλοποιοῦν.

Ἔτσι ὅταν ἡ κ. Μικέλλα Χαρτουλάρη μοῦ ζήτησε νὰ ἀπαντήσω στὸ γνωστὸ πλέον σὲ ὅλους μας ἐρωτηματολόγιο τοῦ Προύστ προσπάθησα νὰ τὸ ἀποφύγω.

Μιὰ ὅμως ἀπὸ τὶς φωνὲς ποὺ μοῦ τριβελλίζουν συνήθως τὸν νοῦ μοῦ σφύριξε τὸ ἀπολαυστικὸ τοῦ Πόρτσια: Χωρὶς αὐτὴν τὴν βλακώδη ματαιότητα ποὺ εἶναι τὸ νὰ ἐπιδεικνυόμαστε καὶ ποὺ ἀνήκει σὲ ὅλους καὶ σὲ ὅλα, δὲν θὰ βλέπαμε τίποτα καὶ δὲν θὰ ὑπῆρχε τίποτα.

Μετὰ ἀπ᾽ αὐτὸ δὲν ἤθελα ἄλλο, παραδώθηκα! Καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς τὸ χάρηκα περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη φορά.

Ἴσως γιατὶ πέρα ἀπὸ πολύπλοκα τὰ ἐρωτήματα  εἶναι πολλὲς φορὲς καὶ βασανιστικὰ ἢ ἀκόμα καὶ ἀποκαλυπτικά! Ἀρκεῖ νὰ θὲς νὰ μπεῖς στὴ βάσανό τους καὶ νὰ τὸ παλέψεις.

Ἐλπίζω οἱ ἐρωταπαντήσεις νὰ ἔχουν κάποιο ἐνδιαφέρον. Ἐπειδὴ ὅμως πολὺ ἀμφιβάλλω, γιὰ σιγουριὰ τὶς συνοδεύω μὲ τρία ἕργα τοῦ Διαμαντῆ Διαμαντόπουλου, ἑνὸς ἐκ τῶν ἀγαπημένων μου ζωγράφων, ὅπως ἀπαντῶ στὴν σχετικὴ ἐρώτηση.

Τὸν Δ. Διαμαντόπουλο, εἶχα τὴν εὐκαιρία, δύο χρόνια πρὶν πεθάνει, τὸ 1995, νὰ τὸν γνωρίσω καὶ νὰ μιλήσω μαζί του. Μὲ τὸν Πέρη λέγαμε νὰ κάνουμε ἕνα ἀφιέρωμα στὸ περιοδικό. Τοῦ εἴχαμε ζητήσει μάλιστα νὰ τυπώσουμε καὶ ἕνα λεύκωμα μὲ τὰ ἔργα του. Ἦρθε ὅμως ὁ θάνατός του καὶ διέκοψε κάθε συζήτηση. Ἀκόμα ἐλπίζω πὼς θὰ μπορέσω νὰ ἀσχοληθῶ περισσότερο μὲ τὸ ἔργο του, μὰ δὲν τὰ ἔχω καταφέρει. Τουλάχιστον ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἄποψη, τὴν εἰκαστική,  τὸ σημερινὸ post θὰ κουβαλᾶ κάτι ποὺ ἀξίζει τὸν κόπο καὶ μὲ τὸ παραπάνω.

Τὸ Ἐρωτηματολόγιο μὲ τὶς ἀπαντήσεις μου δημοσιεύτηκε στὴν ἐφ. ΤΑ ΝΕΑ τὸ Σάββατο 22 Αὐγούστου μὲ ἐπιμέλεια τῆς κ. Μικέλλας Χαρτουλάρη, τὴν ὁποῖα θερμὰ εὐχαριστῶ γιὰ τὴν φροντίδα καὶ τὸ ἐνδιαφέρον.

Η απόλυτη ευτυχία για σας είναι;
Πάντα σχετική κι αδιάφορη.
Τι σας κάνει να σηκώνεστε το πρωί;
Η προσδοκία.
Η τελευταία φορά που ξεσπάσατε σε γέλια;
Σήμερα Τρίτη πρωί διαβάζοντας τον Νεόκοπο.

Το βασικό γνώρισμα του χαρακτήρα σας, είναι;
Η προθυμία. Η επιμονή.
Το βασικό ελάττωμά σας;
Η επιμονή.
Σε ποια λάθη δείχνετε τη μεγαλύτερη επιείκεια;
Στα δικά μου!
Η τελευταία φορά που κλάψατε;
Στον θάνατο του φίλου μου Π. Ι.
Με ποια ιστορική προσωπικότητα ταυτίζεστε περισσότερο;
Με τον Μανουήλ Κομνηνό.
Ποιοι είναι οι ήρωές σας σήμερα;
Ο γιος μου Κίμων και η κόρη μου Μαρίνα.
Οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;
Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Τόμας Μαν, Πιερ Μισόν, Αντόνιο Πόρτσια, κάποτε κι ο Γ. Σεφέρης.
Ποια αρετή προτιμάτε σε έναν άντρα;
Την καθαρότητα και την ευθύτητα.
…Και σε μια γυναίκα;
Την κατανόηση και την υπομονή.

tz08350-b
Διαμαντῆς Διαμαντόπουλος, Τὰ καρπούζια

Ο αγαπημένος σας συνθέτης;
Το ρεπερτόριο περιλαμβάνει άλλες φορές Μότσαρτ, πάντα Ρink Floyd, σχεδόν πάντα Σεργκέι Ραχμάνινοφ και ανά πάσα στιγμή Χατζιδάκι και Σαββόπουλο. Τώρα τελευταία αγαπώ πολύ και τον Αλκίνοο.
Το τραγούδι που σφυρίζετε κάνοντας ντους;
Αν το κατόρθωνα, θα σφύριζα ό,τι κι ο πατέρας μου: Απ΄ την Κική και την Κοκό ποια να διαλέξω…
Το βιβλίο που σας σημάδεψε;
Χωρίς ενδοιασμό, Διονυσίου Αρεοπαγίτου Περί θείων ονομάτων.
Η ταινία που σας σημάδεψε;
«Νοσταλγία» του «ποιητή» Ταρκόφσκι.
Ο αγαπημένος σας ζωγράφος;
Διαμαντόπουλος, Παρθένης, Ματίς, Γκογκέν, Μπρακ.
Το αγαπημένο σας χρώμα;
Μαύρο του Πανσέληνου και χοντροκόκκινο.
Ποια θεωρείτε ως τη μεγαλύτερη επιτυχία σας;
Όταν επιτέλους θα συμφιλιωθώ με την αποτυχία μου.
Το αγαπημένο σας ποτό;
Νερό με λεμόνι.
Για ποιο πράγμα μετανιώνετε περισσότερο;
Για τις δικαιολογίες που εφευρίσκω.
Τι απεχθάνεστε περισσότερο απ΄ όλα;
Τη μικροψυχία.
Όταν δεν ασχολείστε με τις εκδόσεις, ποια είναι η αγαπημένη σας ασχολία;
Σκαλίζω, ποτίζω, γεύομαι.
Ο μεγαλύτερος φόβος σας;
Παραμένει ανομολόγητος.
Σε ποια περίπτωση επιλέγετε να πείτε ψέματα;
Μπροστά στο αβάσταχτο βάρος της αλήθειας.
Ποιο είναι το μότο σας;
«Εγώ, κύριοι, τη διασκεδάζω την αποτυχία μου στην ύπαρξη».
Πώς θα επιθυμούσατε να πεθάνετε;
Αθώος του αίματος.
Εάν συνέβαινε να συναντήσετε τον Θεό, τι θα θέλατε να σας πει;
«Αμήν σοι λέγω, σήμερον μετ΄ εμού έση εν τω παραδείσω».
Σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεστε αυτόν τον καιρό;
Σε αυτήν της ακηδία, χρόνια τώρα, παραμένοντας αμετανόητα άνθρωπος του πάθους.

Διαμαντῆς Διαμαντόπουλος, Στὸν θάλαμο.

Advertisements

Μεταφράσεως Ἐγκώμιον

Πόσο κόπο καὶ πόσο μόχθο, πόση ἀγωνία καὶ πόσα χρόνια ἔχουν δαπανηθεῖ ἀπὸ τὴν Ἐλένη Μπακοπούλου καὶ τὴν ἀφεντιά μου γιὰ τὶς νέες μεταφράσεις τῶν ἔργων τοῦ Φ.Μ.Ντοστογιέφσκι. Καὶ πόσο ἀκόμα δρόμο ἔχουμε μπροστά μας γιὰ νὰ ὁλοκληρώσουμε, ἂν βεβαίως μᾶς δοθεῖ ὁ χρόνος, τὴν προσπάθεια.
Σὲ αὐτὸ τὸ μᾶλλον μοναχικὸ καὶ ἀτέλειωτο μονοπάτι ἔρχονται μὲ τὴν γενναιοδωρία τους κάποιοι φίλοι νὰ σοῦ κρατήσουν τὸ χέρι καὶ νὰ σοῦ δώσουν κουράγιο. Σήμερα Σάββατο 8 Αὐγούστου ὁ συγγραφέας Τάκης Θεοδωρόπουλος στὴν ἐφημ. Τὰ Νέα ἔγραψε:

DOST Ilithios Cover

Μεταφραστικό κατόρθωμα πρώτης γραμμής

Μέσα από τις μεταφράσεις του Αλεξάνδρου και τη δουλειά του στον Ντοστογιέφσκι, πήρα την πρώτη γεύση της μεγάλης λογοτεχνίας, την πρώτη μυρωδιά αληθινού μυθιστορήματος. Τον Ντοστογιέφσκι τον ξαναδιάβασα στα είκοσι πέντε μου, στα γαλλικά αυτή τη φορά, και ξανά στη μετάφραση του Αλεξάνδρου πριν από δέκα χρόνια. Χωρίς να πάψει να με γοητεύει το λογοτεχνικό ιδίωμα της δεκαετίας του πενήντα, με τις ακρότητες της δημοτικής, είχε αρχίσει να μου φαίνεται κάπως μακρινό.

Και τώρα ήρθε η δουλειά της Ελένης Μπακοπούλου- οι Δαιμονισμένοι πέρυσι και ο Ηλίθιος φέτος. Η μετάφρασή της είναι μια σημαντική λογοτεχνική κατάθεση στη δική μας γλώσσα. Το γεγονός ότι καταφέρνει να αποδώσει την προφορικότητα του Ντοστογιέφσκι χωρίς ούτε στιγμή ο λόγος να χάνει την πυκνότητά του χωρίς στιγμή χαλάρωσης πιστεύω πως είναι ένα πρώτης γραμμής κατόρθωμα. Πέρα από τη γοητεία του κειμένου, που καταφέρνει να το κάνει δικό μας, δείχνει πως η γλώσσα που μιλάμε, αυτήν που κακοποιούμε ακόμη και γράφοντας, δεν έχει χάσει τίποτε από το εκφραστικό της έρμα. Προσωπικά της χρωστώ ευγνωμοσύνη. Και περιμένω από τις Εκδόσεις Ίνδικτος τη συνέχεια. Ευτυχώς ο Ντοστογιέφσκι ήταν αναγκασμένος να βιοπορίζεται από τα κείμενά του και έχει γράψει μπόλικα.

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Για καιρό επικρατούσε σιωπή.

Τα ερεθίσματα για να την σπάσω πολλά. Διάλεξα όμως να βυθιστώ στην δουλειά. Αποτέλεσμα, για τους φίλους που με αναζητούσαν και ρωτούσαν, ο νέος Κατάλογος της Ινδίκτου που παρουσιάζει το εκδοτικό της πρόγραμμα έως τα τέλη του 2008.

Περιμένω σχόλια!

Παρακαλώ να μην παρεξηγηθεί ο τίτλος του post.

Είναι μια πλάγια αναφορά, που βολεύει βεβαίως και για τίτλος, στην Εξαιρετική ταινία του Αντρέι Ζβάγκιντσεφ Η Επιστροφή.

Την ταινία του Ζβάγκιντσεφ την είδα μόλις κυκλοφόρησε, το 2003. Ήταν κι αυτή μια επιβεβαίωση τού γιατί αρκετά χρόνια τώρα, πάω σινεμά, μόνο όταν ακούω να μιλούν για ρώσο σκηνοθέτη.

Μιά ρώσικη ταινία λοιπόν, από ένα ρώσο σκηνοθέτη στα χνάρια του συνονόματου Αντρέι Ταρκόφσκι.

Η Επιστροφή είναι ταινία που χρησιμοποιεί ελάχιστα μέσα, αλλά το καλλιτεχνικό και πνευματικό αποτέλεσμα είναι μέγιστο.

Τρεις ηθοποιοί, εξωτερικά τραβήγματα, κλασικό και παμπάλαιο θέμα -η σχέση Πατέρα, Υιού- τίποτα, μα τίποτα πρωτότυπο ή εντυπωσιακό.

Συγχρόνως όμως βαθειά γνώση του μέσου, των δυνατοτήτων του αλλά και των περιορισμών που αυτό υποβάλει, εξαιρετική φωτογραφία, σωστά κάδρα, μοναδική και λιτή σκηνοθεσία.

Τριάντα και πλέον χρόνια πίσω, από το 1972 έως το 1974, ό μαθητής του Κόντογλου, Ράλλης Κοψίδης -ποιητής μέγας, που ξεπερνούσε τότε τον δάσκαλο- εξέδιδε ένα περιοδικό υπό τον τίτλο «Κάνιστρο».

Το πιάνω στα χέρια μου νοσταλγώντας τα χρόνια της φτωχής, πλην τίμιας, μονοτυπίας.

Χειροποίητο, με συγκινητική ευαισθησία και μοναδικό συγγραφέα-δημιουργό, τον ίδιο τον Κοψίδη.

Σε ένα από τα τεύχη του Κάνιστρου δημοσιεύονται τα, κατά Κοψίδη, Επτά Θανάσιμα Αμαρτήματα της Ζωγραφικής. Τα καταγράφω όπως τα θυμάμαι :

Η τέλεια αφαίρεση, η πιστή αντιγραφή της φύσεως, το κακό σχέδιο, το κακό χρώμα, η έλλειψη προσωπικού ύφους, το κυνήγι της πρωτοτυπίας και τελευταία, κυρία μου, έρχεται η κορνίζα του έργου.

Τι μου ήρθε και τα θυμήθηκα όλα τούτα.

Να, από την επιστροφή μου, πήγα στην Επιστροφή του Ζβάγκιντσεφ, και από τον Ζβάγκιντσεφ και την λιτή ,καθαρή ματιά του, την χωρίς καμμιάν πρωτοτυπία, έφτασα στον Ράλλη Κοψίδη και τα Αμαρτήματά του.

Όλα δε τούτα, τούτην την στιγμή, δεν με οδηγούν πουθενά αλλού παρά στον Π.Ι.

Η δικιά του σιωπή, η δικιά του σκιά, πέφτει όσο περνά ο χρόνος όλο και πιο βαριά πάνω μου.

ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Εδώ και λίγες βδομάδες κυκλοφόρησαν από την Ίνδικτο τα Μικρά Βασίλεια της Ανθής Λεούση.

Επιλέγω ένα ποίημα αντίδωρο στους φίλους που επιμένουν να διαβάζουν και να αγαπούν την ποίηση.

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΜΗΝΙΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ

Στην κατοχή μου έχω:

1. Κεντίδια ψιλοβελονιά μη βρέξει και μη στάξει
σε γυαλιστερή μαύρη κασέλα

2. Στον αχυρώνα δρεπάνια κοφτερά.

3. Για τα παραπανίσια στόματα
φέτες πορτοκαλιών και γλυκολέμονων στο ντουλάπι.

4. Πάντα νωπό ανθότυρο μόλις βγαλμένο
από μια στάνη στον Αττάβυρο.

5. Έναν μαγνήτη ολοστρόγγυλο σαν πρόσωπο ακριβό
στη βράχινη κορφή του Σάου
πάνω από τα σγουρά στεφάνια του τσαγιού.

6. Αγριοαχιβάδες από της Υπατίας το διάβα.

7. Ένα και μόνο γυμνό μάγουλο
μες στο μελάνι φυλαγμένο στην ψευτοσοφίτα.

8. Πολλή άνοστη ομίχλη – πολύ νόστιμο καπνό.

9. Μία παντού κρυμμένη σχεδόν αδιάκοπη ευχή – Καλό ξημέρωμα
μες σε κρινώδη ακίνητα πυκνά λευκά
σαν και του Νικηφόρου Λύτρα και του Παπαλουκά.
Έχω επίσης:

Έναν γραφικό χαρακτήρα φεγγαρίσιο – κρυπτοηλιακό.

Πολλές φορές ένα ίσον κανένα.

Γι’ αυτό αλλά και γιατί ο Χρήστος πρέπει να απαντήσει κρίνοντας, ιδού και ένα δεύτερο δείγμα από τα Μικρά Βασίλεια.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΤΡΙΔΑ

Να που δεν νιώθω αυτό που λεν: να νιώθεις ξένος –

τα ζούδια και τα έντομα που αιωρούνται ασάλευτα

στη μαγεμένη πιο θερμή νύχτα του χρόνου,

το κάθε ζώο και το πουλί – η Αλεπού

η φιλενάδα των τριών Σκοπιωρών στα τρία ψηλώματα της Σαλαμίνας,

ακόμα και η κοριτσίστικη κοαστική φωνή της βραδινής νανομουγκάνας –

όλα καλά φτιαγμένα – και στην ώρα τους

και πάλι με την ώρα τους χαλασμένα –

όλα καλά ειπωμένα – και στην ώρα τους

και πάλι με την ώρα τους βουβά –

το κάθε σπίτι η αποθήκη και το όχημα, των δίκαιων οι επίμονοι υπολογισμοί,

το γέλιο μιας ναϊάδας ανοστούτσικης που βράδιασε αφηρημένη –

ανθρώπινο τίποτα δεν μου είναι ανοίκειο –

κι από τα δύσβατα όπου φυτρώνει – τίποτα

– θα έπαιρνα όρκο απόψε – που να μην είναι αγαπητό:

Σαν μονοκόμματο βαρύ γλυπτό – σαν ίσκιος που πατά κάποιον ηλιόλουστο ύπνο –

το κάθε τι το κάθε τι θέλει την τέχνη του και την πανούργα υπομονή –

υπομονή θνητή, που με αποτυχία τρέφει το τρομερό της θέλημα.

Η Ανθή Λεούση είναι φιλόλογος˙ δίδαξε σε φροντιστήρια, γυμνάσια και λύκεια στο Κιλκίς, στη Νίσυρο, στη Θεσσαλονίκη, στην Τήνο, στην Αίγινα, στη Χαλκίδα -και συνεχίζει να διδάσκει.
Το 1992 δημοσίευσε την ποιητική συλλογή Το φως της ημέρας (Συνέχεια). Μετέφρασε την Αντιγόνη του Σοφοκλή (Θεσσαλονίκη 1982), Στο δικαστήριο του πατέρα μου και τις Ιστορίες για παιδιά του Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ (Εστία), τις Μυθολογίες του χειμώνα του Πιέρ Μισόν, το Μπαλκόνι στο δάσος του Ζυλιέν Γκρακ και τα Ημερολόγια και γράμματα της Καίτε Κόλλβιτς (Ίνδικτος). Ποιήματά της δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Εντευκτήριο, Νέα Εστία, Νεφούρια –μικρές μελέτες της στα περιοδικά Αντί και Παπαδιαμαντικά Τετράδια. Μετέφρασε επίσης Έξι λαϊκά τραγούδια από τα βρεττανικά νησιά (περοδικό Πλανόδιον), ποιήματα των Τόμας Χάρντυ, Τζέραρντ Μάνλεϋ Χόπκινς (Το ναυάγιο του Ντόυτσλαντ) και το Τρεμολίνο του Τζόζεφ Κόνραντ (περιοδικό Εκηβόλος), καθώς και ποιήματα του Ανδρέα Κρύφϊου και του Ρόμπερτ Μπράουνινγκ (περιοδικό Νέα Εστία).
Τον Μάιο του 2008 εκδόθηκε η ποιητική της συλλογή Μικρά βασίλεια (Ίνδικτος).

SUBWAY ΣΤΟΝ ΒΟΛΟ

Πριν λίγες μέρες, έγιναν τα θυρανοίξια ενός νέου βιβλιοπωλείου στον Βόλο. Subway το όνομά του, δημιουργός του δε ο Γιάννης Σαπούνης.

Στην πρόσκληση των εγκαινίων που μου έστειλε έγραφε:
«Η θεωρία λέει ότι η ανάγνωση είναι κάτι μοναχικό. Έχει ταυτιστεί με ημίφως και απομόνωση, με ερημιά και κάπνα. Ή χειρότερα με εξετάσεις και αγγαρείες. Ή ακόμη χειρότερα, με μόδα και επίδειξη.

Η θεωρία λέει ότι τα βιβλία σου μαθαίνουν τον κόσμο.

Η θεωρία λέει ότι τα βιβλιοπωλεία είναι ναοί της γνώσης ή supermarket.

Η θεωρία δεν ξέρει τι λέει.

Η μοναξιά δεν μοιάζει στην μοναχικότητα. Η μοναχικότητα της ανάγνωσης, είναι η προετοιμασία της κοινωνικότητας, είναι ο χρόνος που στερείς τον εαυτό σου από τους άλλους. Για να τους ξαναβρείς.

Με το διάβασμα βρίσκεσαι σε ιστορίες άλλων, συγκρίνεις με τις δικές σου και το αν θα φτιάξεις καινούριες δεν αφορά τα βιβλία αλλά εσένα. Εσένα και όσους θες να είναι μαζί σου.

Το εκπαιδευτικό διάβασμα δεν έχει καμία σχέση με την ανάγνωση. Ή μάλλον έχει όση έχει ο courier με την ανέμελη βόλτα.

Το διάβασμα δεν είναι για να μας βλέπουν οι άλλοι αλλά για να βλέπουμε τους άλλους. Για να τους καταλαβαίνουμε.

Τα βιβλία δεν σου μαθαίνουν τον κόσμο. Μόνος σου τον μαθαίνεις. ή όχι. Αλλά σου δίνουν τα εργαλεία για να τον καταλάβεις.

Τα βιβλιοπωλεία είναι σημεία συνάντησης. Σαν τους σταθμούς. Είναι σημεία προσανατολισμού. Σαν τους σταθμούς του υπόγειου. Είναι τόποι συζήτησης. Σαν τα καφέ.

Κλασικός Σαπούνης για τους φίλους και τους γνωστούς.
Ο Γιάννης υπήρξε για δύο χρόνια, τόσο άντεξε, πωλητής της Ινδίκτου. Γνωρίζει πολύ καλά τον χώρο και αγαπά το καλό βιβλίο γι’ αυτό και κουβαλά αρκετή από την λόξα του καλού βιβλιοπώλη.

Σαπούνη να είσαι καλά και καλά κουράγια!

Ο ΚΥΒΟΣ ΕΡΡΙΦΘΗ

Την περασμένη Πέμπτη σύσσωμη η ομάδα του περιοδικού Ίνδικτος απάντησε στο δίλλημα.
Η ζωή του περιοδικού έφτασε στο τέλος της. Τώρα όλοι μας οφείλουμε σ’ αυτό το καλοτάξιδο σκαρί, που μας χάρισε τα πιο όμορφα ταξίδια, ένα αξιοπρεπές απάγγιο.

Θα κυκλοφορήσει ακόμα ένα τεύχος που μέλει να είναι και το τελευταίο. Αυτό το τελευταίο τεύχος θα είναι αφιερωμένο στην μνήμη του Πέρη Ιερεμιάδη και καλούνται όλοι οι κατά καιρούς συνεργάτες και φίλοι του περιοδικού να συνδράμουν στο κτίσιμό του. Η ύλη θα κλείσει τέλη Ιουνίου και το τεύχος θα κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβριο.
Υλικά μόνο πρώτης τάξεως, καθώς αυτό το κύκνειο άσμα, οφείλει να είναι το μελωδικότερο και ομορφότερο όλων όσων ακούστηκαν από την μπάντα της Ινδίκτου.
Να σαν αυτό που μου έστειλε ο Ξενοφών Κομνηνός, φίλος και συνεργάτης από τους λίγους.

Kαθ’ οδόν

Στους αγαπημένους συνεκδήμους, ζώντας και τεθνεώτας.

Και ήσαν πορευόμενοι εις κώμην η όνομα Εμμαούς.

Εν δε τω πορεύεσθαι εγένετο αυτόν εγγίζειν τη Δαμασκώ.

Βλέπεις ανθρώπους να βαδίζουν στον δρόμο σκυφτοί, με τα παπούτσια τους να κυνηγάνε το βλέμμα τους. Άλλοι, πάλι, οι περισσότεροι ίσως, πάνε με την ματιά τους ευθύβολη, κλειδωμένη στον άδηλο στόχο τους, αναπαυμένη στο ασφαλές εκείνο σημείο μηδέν που αποφεύγει τον ίλιγγο τόσο του βάθους όσο και του ύψους. Μετρημένοι στα δάχτυλα τέλος είναι εκείνοι που έχουν το βλέμμα αμολημένο σε κείνη την μετέωρη δυνατότητα των απρόσμενων συναντήσεων.

Οι δρόμοι, πράγματι, λένε τόσο πολλά για τους ανθρώπους. Λες και το ύψος του βλέμματός τους προδίδει το ανάπτυγμα του εαυτού τους. Ο περίκλειστος στο καβούκι του κοιτάζει συνήθως το πεζοδρόμιο. Ο ταγμένος στον σκοπό του κοιτάζει μόνο ίσια μπροστά, με το καβούκι του οικονομικά ανοιγμένο ίσα ίσα για τις ανάγκες που υπηρετούν τον στόχο του. Όσο για κείνους με το λυτό στα ύψη βλέμμα, λες και βγήκαν στον δρόμο για να παραδοθούν στον υπέρτατο εκείνο κίνδυνο, στην εμπιστοσύνη, αφήνοντας έστω και για λίγο πίσω τους τον εαυτό τους σαν άχρηστο καυκί.

Δεν είναι απλό να βλέπει κανείς. Οι δρόμοι μάς το μαθαίνουν. Περπατάς σ’ έναν δρόμο χιλιοπερπατημένο και ξάφνου το βλέμμα σου ξεφεύγει λίγο ψηλώτερα και ω του θαύματος δεν ξέρεις πού βρίσκεσαι. Είναι σαν ν’ αντικρίζεις τούτον τον δρόμο για πρώτη φορά. Τούτη η πρόσοψη ήταν τόσα χρόνια εδώ; αναρωτιέσαι. Σάμπως η ευθεία του καθημερινού σου βλέμματος να τέμνει τον κόσμο στα δύο.

Για τους περισσότερους από εμάς, τους ανθρώπους των ταγμένων σκοπών, οι δρόμοι κατά κανόνα οδηγούν από τον ένα κλειστό χώρο στον άλλο. Τείνουμε να βλέπουμε μόνο αυτό στο οποίο αποβλέπουμε σε μια στενή λουρίδα του χρόνου και η πεπατημένη οδός μάς πάει εκεί κουμπωμένους και εφτασφράγιστους. O ταγμένος σκοπός είχε ανέκαθεν μια ταραγμένη σχέση με τα μέσα, στην ουσία σιχαίνεται τον δρόμο που οδηγεί σ’ αυτόν. Αν ήταν στο χέρι του θα καταργούσε όλους τους δρόμους. Κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία αρκείται στην όσο το δυνατόν συντόμευσή τους. Γιατί οι δρόμοι διασχίζουν κατ’ ανάγκην το ανοιχτό, και κάθε ανοιχτό ενέχει το ρίσκο μιας ανατρεπτικής συνάντησης. Οι δρόμοι ενέχουν ειρωνικά από την φύση τους την μόνιμη πρόκληση της παρέκκλισης (που την συγχωρούμε σε ασθενείς, οδοιπόρους και άλλους του δρόμου), συνομωτούν κρυφά με την άνοιξη του χρόνου και τις φυγές του και άρα με το ανοικονόμητο και το ανέλπιστο, το δωρεάν. Άγουν, βέβαια, τους σκοπούς, αλλά κρύβουν και ληστές που απάγουν ενίοτε το κομπόδεμά μας ή ακόμη και την ζωή μας. Ίσως να μην είναι τυχαίο ότι οι δρόμοι έχουν διανοίξει οφθαλμούς, έχουν γεννήσει πρωτόφαντες ιδέες, ερωτικές λαχτάρες για την άπιαστη ομορφιά, έχουν εμπνεύσει εξαίσιους στίχους, φονικά και απάτες, μουσικές φράσεις και μυθιστορήματα, έχουν αναπαύσει τυραννισμένες καρδιές και κεφαλές, έχουν σφραγίσει ή ανατρέψει κρίσιμες αποφάσεις, έχουν στεγάσει αποστόλους και μεγάλους αμαρτωλούς, δια Χριστόν σαλούς, street dancers και άλλους απλώς καλοκάγαθους. Ποιος ξέρει, ίσως οι δρόμοι να αναβάλλουν επ’ αόριστον την σύγκλειση των κλειστών χώρων, τον εφιάλτη μιας απόλυτης συμπάγειας των σκοπών, κρατώντας με τα δόντια ανοιχτό τον ελάχιστο εκείνο υπερ-βατικό τόπο και χρόνο που απαιτείται για να πλανηθεί άσκοπα ένα βλέμμα.

ΣΥΣΣΗΜΟΝ Ή ΤΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ


Το χαρακτήρισαν αριστουργηματικό, ένα εντελώς ξεχωριστό διαμάντι της ελληνικής γλώσσας,
Σπουδαίο, τιτάνιο έργο, το νέο Άξιον Εστί της λογοτεχνίας μας.

Τον δημιουργό του, τον ονόμασαν «ευλογημένο».
Μιλώ για το Σύσσημον του Νίκου Παναγιωτόπουλου.
Ένα έργο σπάνιο που τα δικά μου λόγια, μάλλον περιττεύουν. Εξάλλου είμαι σίγουρος πως ήδη έχει φτάσει στα χέρια ολονών, μιας και κοντεύουν 15 μήνες από την κυκλοφορία του, που είναι στ’ αλήθεια εντυπωσιακή.
Αφορμή για τούτο το post είναι η ιδέα του Βίκου Ναχμία για μιαν παράσταση στηριγμένη στο εν λόγω έργο. Μια Αναγνωστική αγρύπνια όπως την χαρακτηρίζει ο εμπνευστής και σχεδιαστής της, Βίκος Ναχμίας.

Το Σάββατο, λοιπόν, 5 Απριλίου και ώρα 1 μετά τα μεσάνυχτα, θα σας περιμένω όλους, στον Χώρο Πολλαπλών Εκδηλώσεων της Γκαλλερί Ζουμπουλάκη, Αγαθοδαίμονος 37 (από Πειραιώς 199, με τον ηλεκτρικό στάση Πετράλωνα). Για την είσοδο απαιτείται μόνο καλή καρδιά!

Αναγνώστες: Μαρία Καλλιμάνη, Βασίλης Καραμπούλας, Ρίτα Λυτού, Αγγελική Παπαθεμελή, Αγλαΐα Παππά, Σύλλας Τζουμέρκας, Μαρίνα Τριανταφυλλίδου

Φωτισμός: Μιχάλης Σαμιώτης
Ηχητικά: Νίκος Παντελούς

Ηχοληψία της ανάγνωσης του συγγραφέα Αριστείδης Χρήστου
Οφείλονται πολλές ευχαριστίες στον Πέτρο Βέττα, στην Νανά Βέττα και στην Γκαλλερί Ζουμπουλάκη για την φιλοξενία της.
Και για να μην χαθεί κανείς ιδού και σχεδιάγραμμα