ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Εδώ και λίγες βδομάδες κυκλοφόρησαν από την Ίνδικτο τα Μικρά Βασίλεια της Ανθής Λεούση.

Επιλέγω ένα ποίημα αντίδωρο στους φίλους που επιμένουν να διαβάζουν και να αγαπούν την ποίηση.

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΜΗΝΙΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ

Στην κατοχή μου έχω:

1. Κεντίδια ψιλοβελονιά μη βρέξει και μη στάξει
σε γυαλιστερή μαύρη κασέλα

2. Στον αχυρώνα δρεπάνια κοφτερά.

3. Για τα παραπανίσια στόματα
φέτες πορτοκαλιών και γλυκολέμονων στο ντουλάπι.

4. Πάντα νωπό ανθότυρο μόλις βγαλμένο
από μια στάνη στον Αττάβυρο.

5. Έναν μαγνήτη ολοστρόγγυλο σαν πρόσωπο ακριβό
στη βράχινη κορφή του Σάου
πάνω από τα σγουρά στεφάνια του τσαγιού.

6. Αγριοαχιβάδες από της Υπατίας το διάβα.

7. Ένα και μόνο γυμνό μάγουλο
μες στο μελάνι φυλαγμένο στην ψευτοσοφίτα.

8. Πολλή άνοστη ομίχλη – πολύ νόστιμο καπνό.

9. Μία παντού κρυμμένη σχεδόν αδιάκοπη ευχή – Καλό ξημέρωμα
μες σε κρινώδη ακίνητα πυκνά λευκά
σαν και του Νικηφόρου Λύτρα και του Παπαλουκά.
Έχω επίσης:

Έναν γραφικό χαρακτήρα φεγγαρίσιο – κρυπτοηλιακό.

Πολλές φορές ένα ίσον κανένα.

Γι’ αυτό αλλά και γιατί ο Χρήστος πρέπει να απαντήσει κρίνοντας, ιδού και ένα δεύτερο δείγμα από τα Μικρά Βασίλεια.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΤΡΙΔΑ

Να που δεν νιώθω αυτό που λεν: να νιώθεις ξένος –

τα ζούδια και τα έντομα που αιωρούνται ασάλευτα

στη μαγεμένη πιο θερμή νύχτα του χρόνου,

το κάθε ζώο και το πουλί – η Αλεπού

η φιλενάδα των τριών Σκοπιωρών στα τρία ψηλώματα της Σαλαμίνας,

ακόμα και η κοριτσίστικη κοαστική φωνή της βραδινής νανομουγκάνας –

όλα καλά φτιαγμένα – και στην ώρα τους

και πάλι με την ώρα τους χαλασμένα –

όλα καλά ειπωμένα – και στην ώρα τους

και πάλι με την ώρα τους βουβά –

το κάθε σπίτι η αποθήκη και το όχημα, των δίκαιων οι επίμονοι υπολογισμοί,

το γέλιο μιας ναϊάδας ανοστούτσικης που βράδιασε αφηρημένη –

ανθρώπινο τίποτα δεν μου είναι ανοίκειο –

κι από τα δύσβατα όπου φυτρώνει – τίποτα

– θα έπαιρνα όρκο απόψε – που να μην είναι αγαπητό:

Σαν μονοκόμματο βαρύ γλυπτό – σαν ίσκιος που πατά κάποιον ηλιόλουστο ύπνο –

το κάθε τι το κάθε τι θέλει την τέχνη του και την πανούργα υπομονή –

υπομονή θνητή, που με αποτυχία τρέφει το τρομερό της θέλημα.

Η Ανθή Λεούση είναι φιλόλογος˙ δίδαξε σε φροντιστήρια, γυμνάσια και λύκεια στο Κιλκίς, στη Νίσυρο, στη Θεσσαλονίκη, στην Τήνο, στην Αίγινα, στη Χαλκίδα -και συνεχίζει να διδάσκει.
Το 1992 δημοσίευσε την ποιητική συλλογή Το φως της ημέρας (Συνέχεια). Μετέφρασε την Αντιγόνη του Σοφοκλή (Θεσσαλονίκη 1982), Στο δικαστήριο του πατέρα μου και τις Ιστορίες για παιδιά του Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ (Εστία), τις Μυθολογίες του χειμώνα του Πιέρ Μισόν, το Μπαλκόνι στο δάσος του Ζυλιέν Γκρακ και τα Ημερολόγια και γράμματα της Καίτε Κόλλβιτς (Ίνδικτος). Ποιήματά της δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Εντευκτήριο, Νέα Εστία, Νεφούρια –μικρές μελέτες της στα περιοδικά Αντί και Παπαδιαμαντικά Τετράδια. Μετέφρασε επίσης Έξι λαϊκά τραγούδια από τα βρεττανικά νησιά (περοδικό Πλανόδιον), ποιήματα των Τόμας Χάρντυ, Τζέραρντ Μάνλεϋ Χόπκινς (Το ναυάγιο του Ντόυτσλαντ) και το Τρεμολίνο του Τζόζεφ Κόνραντ (περιοδικό Εκηβόλος), καθώς και ποιήματα του Ανδρέα Κρύφϊου και του Ρόμπερτ Μπράουνινγκ (περιοδικό Νέα Εστία).
Τον Μάιο του 2008 εκδόθηκε η ποιητική της συλλογή Μικρά βασίλεια (Ίνδικτος).

SUBWAY ΣΤΟΝ ΒΟΛΟ

Πριν λίγες μέρες, έγιναν τα θυρανοίξια ενός νέου βιβλιοπωλείου στον Βόλο. Subway το όνομά του, δημιουργός του δε ο Γιάννης Σαπούνης.

Στην πρόσκληση των εγκαινίων που μου έστειλε έγραφε:
«Η θεωρία λέει ότι η ανάγνωση είναι κάτι μοναχικό. Έχει ταυτιστεί με ημίφως και απομόνωση, με ερημιά και κάπνα. Ή χειρότερα με εξετάσεις και αγγαρείες. Ή ακόμη χειρότερα, με μόδα και επίδειξη.

Η θεωρία λέει ότι τα βιβλία σου μαθαίνουν τον κόσμο.

Η θεωρία λέει ότι τα βιβλιοπωλεία είναι ναοί της γνώσης ή supermarket.

Η θεωρία δεν ξέρει τι λέει.

Η μοναξιά δεν μοιάζει στην μοναχικότητα. Η μοναχικότητα της ανάγνωσης, είναι η προετοιμασία της κοινωνικότητας, είναι ο χρόνος που στερείς τον εαυτό σου από τους άλλους. Για να τους ξαναβρείς.

Με το διάβασμα βρίσκεσαι σε ιστορίες άλλων, συγκρίνεις με τις δικές σου και το αν θα φτιάξεις καινούριες δεν αφορά τα βιβλία αλλά εσένα. Εσένα και όσους θες να είναι μαζί σου.

Το εκπαιδευτικό διάβασμα δεν έχει καμία σχέση με την ανάγνωση. Ή μάλλον έχει όση έχει ο courier με την ανέμελη βόλτα.

Το διάβασμα δεν είναι για να μας βλέπουν οι άλλοι αλλά για να βλέπουμε τους άλλους. Για να τους καταλαβαίνουμε.

Τα βιβλία δεν σου μαθαίνουν τον κόσμο. Μόνος σου τον μαθαίνεις. ή όχι. Αλλά σου δίνουν τα εργαλεία για να τον καταλάβεις.

Τα βιβλιοπωλεία είναι σημεία συνάντησης. Σαν τους σταθμούς. Είναι σημεία προσανατολισμού. Σαν τους σταθμούς του υπόγειου. Είναι τόποι συζήτησης. Σαν τα καφέ.

Κλασικός Σαπούνης για τους φίλους και τους γνωστούς.
Ο Γιάννης υπήρξε για δύο χρόνια, τόσο άντεξε, πωλητής της Ινδίκτου. Γνωρίζει πολύ καλά τον χώρο και αγαπά το καλό βιβλίο γι’ αυτό και κουβαλά αρκετή από την λόξα του καλού βιβλιοπώλη.

Σαπούνη να είσαι καλά και καλά κουράγια!

Ο ΚΥΒΟΣ ΕΡΡΙΦΘΗ

Την περασμένη Πέμπτη σύσσωμη η ομάδα του περιοδικού Ίνδικτος απάντησε στο δίλλημα.
Η ζωή του περιοδικού έφτασε στο τέλος της. Τώρα όλοι μας οφείλουμε σ’ αυτό το καλοτάξιδο σκαρί, που μας χάρισε τα πιο όμορφα ταξίδια, ένα αξιοπρεπές απάγγιο.

Θα κυκλοφορήσει ακόμα ένα τεύχος που μέλει να είναι και το τελευταίο. Αυτό το τελευταίο τεύχος θα είναι αφιερωμένο στην μνήμη του Πέρη Ιερεμιάδη και καλούνται όλοι οι κατά καιρούς συνεργάτες και φίλοι του περιοδικού να συνδράμουν στο κτίσιμό του. Η ύλη θα κλείσει τέλη Ιουνίου και το τεύχος θα κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβριο.
Υλικά μόνο πρώτης τάξεως, καθώς αυτό το κύκνειο άσμα, οφείλει να είναι το μελωδικότερο και ομορφότερο όλων όσων ακούστηκαν από την μπάντα της Ινδίκτου.
Να σαν αυτό που μου έστειλε ο Ξενοφών Κομνηνός, φίλος και συνεργάτης από τους λίγους.

Kαθ’ οδόν

Στους αγαπημένους συνεκδήμους, ζώντας και τεθνεώτας.

Και ήσαν πορευόμενοι εις κώμην η όνομα Εμμαούς.

Εν δε τω πορεύεσθαι εγένετο αυτόν εγγίζειν τη Δαμασκώ.

Βλέπεις ανθρώπους να βαδίζουν στον δρόμο σκυφτοί, με τα παπούτσια τους να κυνηγάνε το βλέμμα τους. Άλλοι, πάλι, οι περισσότεροι ίσως, πάνε με την ματιά τους ευθύβολη, κλειδωμένη στον άδηλο στόχο τους, αναπαυμένη στο ασφαλές εκείνο σημείο μηδέν που αποφεύγει τον ίλιγγο τόσο του βάθους όσο και του ύψους. Μετρημένοι στα δάχτυλα τέλος είναι εκείνοι που έχουν το βλέμμα αμολημένο σε κείνη την μετέωρη δυνατότητα των απρόσμενων συναντήσεων.

Οι δρόμοι, πράγματι, λένε τόσο πολλά για τους ανθρώπους. Λες και το ύψος του βλέμματός τους προδίδει το ανάπτυγμα του εαυτού τους. Ο περίκλειστος στο καβούκι του κοιτάζει συνήθως το πεζοδρόμιο. Ο ταγμένος στον σκοπό του κοιτάζει μόνο ίσια μπροστά, με το καβούκι του οικονομικά ανοιγμένο ίσα ίσα για τις ανάγκες που υπηρετούν τον στόχο του. Όσο για κείνους με το λυτό στα ύψη βλέμμα, λες και βγήκαν στον δρόμο για να παραδοθούν στον υπέρτατο εκείνο κίνδυνο, στην εμπιστοσύνη, αφήνοντας έστω και για λίγο πίσω τους τον εαυτό τους σαν άχρηστο καυκί.

Δεν είναι απλό να βλέπει κανείς. Οι δρόμοι μάς το μαθαίνουν. Περπατάς σ’ έναν δρόμο χιλιοπερπατημένο και ξάφνου το βλέμμα σου ξεφεύγει λίγο ψηλώτερα και ω του θαύματος δεν ξέρεις πού βρίσκεσαι. Είναι σαν ν’ αντικρίζεις τούτον τον δρόμο για πρώτη φορά. Τούτη η πρόσοψη ήταν τόσα χρόνια εδώ; αναρωτιέσαι. Σάμπως η ευθεία του καθημερινού σου βλέμματος να τέμνει τον κόσμο στα δύο.

Για τους περισσότερους από εμάς, τους ανθρώπους των ταγμένων σκοπών, οι δρόμοι κατά κανόνα οδηγούν από τον ένα κλειστό χώρο στον άλλο. Τείνουμε να βλέπουμε μόνο αυτό στο οποίο αποβλέπουμε σε μια στενή λουρίδα του χρόνου και η πεπατημένη οδός μάς πάει εκεί κουμπωμένους και εφτασφράγιστους. O ταγμένος σκοπός είχε ανέκαθεν μια ταραγμένη σχέση με τα μέσα, στην ουσία σιχαίνεται τον δρόμο που οδηγεί σ’ αυτόν. Αν ήταν στο χέρι του θα καταργούσε όλους τους δρόμους. Κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία αρκείται στην όσο το δυνατόν συντόμευσή τους. Γιατί οι δρόμοι διασχίζουν κατ’ ανάγκην το ανοιχτό, και κάθε ανοιχτό ενέχει το ρίσκο μιας ανατρεπτικής συνάντησης. Οι δρόμοι ενέχουν ειρωνικά από την φύση τους την μόνιμη πρόκληση της παρέκκλισης (που την συγχωρούμε σε ασθενείς, οδοιπόρους και άλλους του δρόμου), συνομωτούν κρυφά με την άνοιξη του χρόνου και τις φυγές του και άρα με το ανοικονόμητο και το ανέλπιστο, το δωρεάν. Άγουν, βέβαια, τους σκοπούς, αλλά κρύβουν και ληστές που απάγουν ενίοτε το κομπόδεμά μας ή ακόμη και την ζωή μας. Ίσως να μην είναι τυχαίο ότι οι δρόμοι έχουν διανοίξει οφθαλμούς, έχουν γεννήσει πρωτόφαντες ιδέες, ερωτικές λαχτάρες για την άπιαστη ομορφιά, έχουν εμπνεύσει εξαίσιους στίχους, φονικά και απάτες, μουσικές φράσεις και μυθιστορήματα, έχουν αναπαύσει τυραννισμένες καρδιές και κεφαλές, έχουν σφραγίσει ή ανατρέψει κρίσιμες αποφάσεις, έχουν στεγάσει αποστόλους και μεγάλους αμαρτωλούς, δια Χριστόν σαλούς, street dancers και άλλους απλώς καλοκάγαθους. Ποιος ξέρει, ίσως οι δρόμοι να αναβάλλουν επ’ αόριστον την σύγκλειση των κλειστών χώρων, τον εφιάλτη μιας απόλυτης συμπάγειας των σκοπών, κρατώντας με τα δόντια ανοιχτό τον ελάχιστο εκείνο υπερ-βατικό τόπο και χρόνο που απαιτείται για να πλανηθεί άσκοπα ένα βλέμμα.