Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Για καιρό επικρατούσε σιωπή.

Τα ερεθίσματα για να την σπάσω πολλά. Διάλεξα όμως να βυθιστώ στην δουλειά. Αποτέλεσμα, για τους φίλους που με αναζητούσαν και ρωτούσαν, ο νέος Κατάλογος της Ινδίκτου που παρουσιάζει το εκδοτικό της πρόγραμμα έως τα τέλη του 2008.

Περιμένω σχόλια!

Παρακαλώ να μην παρεξηγηθεί ο τίτλος του post.

Είναι μια πλάγια αναφορά, που βολεύει βεβαίως και για τίτλος, στην Εξαιρετική ταινία του Αντρέι Ζβάγκιντσεφ Η Επιστροφή.

Την ταινία του Ζβάγκιντσεφ την είδα μόλις κυκλοφόρησε, το 2003. Ήταν κι αυτή μια επιβεβαίωση τού γιατί αρκετά χρόνια τώρα, πάω σινεμά, μόνο όταν ακούω να μιλούν για ρώσο σκηνοθέτη.

Μιά ρώσικη ταινία λοιπόν, από ένα ρώσο σκηνοθέτη στα χνάρια του συνονόματου Αντρέι Ταρκόφσκι.

Η Επιστροφή είναι ταινία που χρησιμοποιεί ελάχιστα μέσα, αλλά το καλλιτεχνικό και πνευματικό αποτέλεσμα είναι μέγιστο.

Τρεις ηθοποιοί, εξωτερικά τραβήγματα, κλασικό και παμπάλαιο θέμα -η σχέση Πατέρα, Υιού- τίποτα, μα τίποτα πρωτότυπο ή εντυπωσιακό.

Συγχρόνως όμως βαθειά γνώση του μέσου, των δυνατοτήτων του αλλά και των περιορισμών που αυτό υποβάλει, εξαιρετική φωτογραφία, σωστά κάδρα, μοναδική και λιτή σκηνοθεσία.

Τριάντα και πλέον χρόνια πίσω, από το 1972 έως το 1974, ό μαθητής του Κόντογλου, Ράλλης Κοψίδης -ποιητής μέγας, που ξεπερνούσε τότε τον δάσκαλο- εξέδιδε ένα περιοδικό υπό τον τίτλο «Κάνιστρο».

Το πιάνω στα χέρια μου νοσταλγώντας τα χρόνια της φτωχής, πλην τίμιας, μονοτυπίας.

Χειροποίητο, με συγκινητική ευαισθησία και μοναδικό συγγραφέα-δημιουργό, τον ίδιο τον Κοψίδη.

Σε ένα από τα τεύχη του Κάνιστρου δημοσιεύονται τα, κατά Κοψίδη, Επτά Θανάσιμα Αμαρτήματα της Ζωγραφικής. Τα καταγράφω όπως τα θυμάμαι :

Η τέλεια αφαίρεση, η πιστή αντιγραφή της φύσεως, το κακό σχέδιο, το κακό χρώμα, η έλλειψη προσωπικού ύφους, το κυνήγι της πρωτοτυπίας και τελευταία, κυρία μου, έρχεται η κορνίζα του έργου.

Τι μου ήρθε και τα θυμήθηκα όλα τούτα.

Να, από την επιστροφή μου, πήγα στην Επιστροφή του Ζβάγκιντσεφ, και από τον Ζβάγκιντσεφ και την λιτή ,καθαρή ματιά του, την χωρίς καμμιάν πρωτοτυπία, έφτασα στον Ράλλη Κοψίδη και τα Αμαρτήματά του.

Όλα δε τούτα, τούτην την στιγμή, δεν με οδηγούν πουθενά αλλού παρά στον Π.Ι.

Η δικιά του σιωπή, η δικιά του σκιά, πέφτει όσο περνά ο χρόνος όλο και πιο βαριά πάνω μου.

Για τον Πέρη 2

Σήμερα το πρωί έγινε το εξάμηνο μνημόσυνο του Πέρη Ιερεμιάδη, στο μετόχι του Παναγίου Τάφου στην Πλάκα. Στο μετόχι ο Πέρης εκκλησιαζόταν αδιαλείπτως από το 1972 έως και την κοίμησή του.
Αυτοί οι έξη μήνες που πέρασαν ήταν για όσους τον γνώρισαν μια συνεχής άσκηση. Μια άσκηση να μάθουν να ζουν με την μνήμη του Πέρη, και χωρίς την παρουσία του.
Από τον θάνατό του είναι η πρώτη φορά που δοκιμάζω να γράψω γι’ αυτόν. Παραμένει δύσκολο και μάλλον αδύνατο.
Την δική μου αδυναμία την ώρα που οι λιγοστοί φίλοι τρώγαμε τα κόλλυβα του Πέρη ήρθε να καλύψει ο καλός μου φίλος Σπύρος Γιανναράς χαρίζοντας μου τα παρακάτω λόγια:

Όταν ο Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχωφ έφυγε από τη ζωή μια πεταλούδα της νύχτας, σταχτιά και τεράστια σε μέγεθος, μπήκε από το ανοιχτό παράθυρο στο δωμάτιο κι άρχισε να χτυπιέται με βία στο ταβάνι, στη λάμπα, σαν να ψυχορραγούσε. Μια μέρα πριν από τον θάνατο του Πέρη Ιερεμιάδη μια μεγάλη μαύρη πεταλούδα ήρθε και κάθισε για αρκετή ώρα δίπλα του στο σπίτι του στην Αίγινα, κάτω από το ανοιχτό υπόστεγο, όπου είχε ξαπλώσει για τον μεσημεριανό του ύπνο. «Τι όμορφη σκοτεινή πεταλούδα¨, έλεγε λίγο μετά, «αύριο που θα ξανάρθει θα τη ζωγραφίσω». Όμως η πεταλούδα δεν είχε έρθει για να την ζωγραφίσει, αλλά για να τον προϋπαντήσει εκ μέρους του Αντόν Πάβλοβιτς στα φωτεινά δωμάτια του ουρανού. Έκτοτε ζουν κι οι δυο μαζί μας, πλάι μας, μαζί με όλους τους αγαπημένους μας νεκρούς και τους λατρεμένους δασκάλους που πέρασαν από τον κόσμο αυτό πριν συναντηθούν στον άλλο.