ΑΝΤΩΝΗΣ ΖΕΡΒΑΣ

Τὴν Τετάρτη 3 Νοεμβρίου στὶς 8:30μ.μ. στὴν αἴθουσα τῆς Ἑλληνικῆς Ἑταιρείας [Τριπόδων 28, Πλάκα] ὁ Κώστας Κουτσουρέλης καὶ ἡ ἀφεντιά μου θὰ μιλήσουμε γιὰ τὸ ποιητικὸ ἔργο τοῦ Ἀντώνη Ζέρβα.

Ὅσοι παρακολουθοῦν τὴν Ἴνδικτο ἀπὸ τὰ πρῶτα της βήματα, γνωρίζουν πὼς ὁ Ἀντώνης Ζέρβας εἶναι ἀπὸ τότε σταθερὸς συνεργάτης.

Δὲν εἶναι λίγα τὰ βιβλία ποὺ φιλοξενοῦνται στὸν κατάλογο τῆς ᾽Ινδίκτου καὶ φέρουν τὴν ὑπογραφή του. Ἀκόμα περισσότερα ὅμως εἶναι αὐτὰ ποὺ διακριτικὰ καὶ γενναιόδωρα ὑπέδειξε. Οἱ Βίοι Ἐλάσσονες τοῦ Pierre Michon, ἡ Ἕρση τοῦ Γ. Δροσίνη, ὁ Ἐρωτισμὸς τοῦ Ζ. Μπατάιγ εἶναι λίγα ἀπὸ αὐτά.

Ἐργάτης τῶν γραμμάτων ἀπὸ τοὺς λίγους, ἀπομονωμένος στὶς Βρυξέλλες ὅπου ζεῖ καῖ ἐργάζεται, παραμένει στὸ κέντρο τῆς ἑλληνικῆς πνευματικῆς ζωῆς, ὅντας συγχρόνως τὸ περιθώριο αὐτῆς.

Θυμᾶμαι ἀκόμα τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ γνώρισα τὴν ποίησή του. Ἦταν τὸ 1983, στὸ σπίτι τοῦ Παναγιώτη Νέλλα, ὅπου ἕνας παλιὸς καὶ χαμένος φίλος ὁ Νίκος Φατοῦρος μοῦ χάρισε τὴν Ἀνάσταση τῆς Κυρα Τσίνης. Εὐρισκόμενος σὲ ἀγρανάπαυση, ἀρνιόμουν νὰ ἀσχοληθῶ μὲ νέους ποιητές. Ἡ λεγόμενη γενιὰ τοῦ 70 εἶχε φροντίσει σχετικά.
Ὁ ἐνθουσιασμὸς τοῦ φίλου μου Ν.Φ. καθὼς καὶ ἡ σπάνιας τότε τυπογραφικῆς ὁμορφιᾶς, ἔκδοση τοῦ Καστανιώτη, μὲ ἔκαμψαν κι ἄρχισα νὰ διαβάζω.
Φτάνοντας στὴν 26η σελίδα τὸ ποιητικὸ σφρίγος καὶ ἡ γλωσσικὴ δύναμη ξεχείλιζαν. Ἦμουν πλέον σίγουρος πὼς εἶχα νὰ κάνω μὲ Ποίηση:

Στὴν ἀγορὰ τοῦ Πειραιῶς

στὸ καφενεῖο τοῦ Λεμπέση

μπαίνοντας ἕνα πρωὶ

σκουντάει καὶ ρίχνει ―

ἄθελα λένε ― τὸ μαρκούτσι

τοῦ ναργιλὲ τοῦ Μπούτου τοῦ Γιαννάκη

ξάδελφος πρῶτος τοῦ πατέρα μου

«Σκύψε ὠρὲ Μῆτρο νὰ τὸ πιάσεις»

«Εἶμ’ ἀπ’ αὐτοὺς ἐγὼ

ποὺ σκύβουν μωρὲ Γιάννη!»

«Θὰ σκύψεις Μῆτρο»

καὶ τοῦ ἀνάβει τρεῖς

μ’ ἐκεῖνο τὸ πεντάσφαιρο καὶ τὸ μονόγραμμα
πάνω στὰ φιλντισένια κόκκαλά του
στὴν ἀγορὰ τοῦ Πειραιῶς

στὸ καφενεῖο μέσα τοῦ Λεμπέση.

Ὁ χρόνος ποὺ κύλησε μὲ βρίσκει πλέον ἐκδότη καὶ φίλο τοῦ τριαντάχρονου τότε ποιητῆ, ἐκεῖνον δὲ ὡριμότερο κι ἀποσυρμένο ἀπὸ τὶς μάχες τῆς νεότητας.

Ἀντιγράφω ἀπὸ τὴν συλλογὴ Ὡδὲς καὶ Σχόλια ποὺ πρωτοδημοσιεύθηκε στὶς Συλλογές:

Σὰν ἦταν νέος, τὸν ἐπαινοῦσαν πολλοὶ σπουδαίοι ἄνδρες τῆς ἐποχῆς του.

Σὰν ὡρίμασε, τὸν ἐπαινοῦσαν οἱ μέτριοι καὶ οἱ συγκαταβατικοί.

Μετὰ τὴν κηδεία του ὅλοι κάθησαν νὰ φάνε

καὶ ὁρισμένοι, παραδόξως, ἔκαναν τὸν σταυρό τους.

Θυμήθηκαν καὶ ἔλεγαν:

Ὅταν εἶχε ἀρχίσει πιὰ νὰ κατανοεῖ τὴ θεία λειτουργία, λέξη πρὸς λέξη,

ἔνιωσε πὼς εἶχε χάσει πιὰ τὴν πίστη του.

Ἀπὸ τὸ ἄσβεστο μένος του πρὸς τοὺς Ἐβραίους,

ἤθελε νά ‘ναι Ἐβραίος.

Παραπονιόταν πὼς σὰν ἀρθρογραφοῦσε, κανεὶς δὲν ἔλεγε τίποτα.

Σὰν ἔπαψε νὰ ἀρθρογραφεῖ, ὅλοι τὸν ρωτούσαν πότε θὰ μπεῖ τὸ νέο του ἄρθρο.

Νέος καὶ ἐπηρμένος, δήλωνε πὼς δὲν διάβασε βιβλία ποὺ εἶχαν γραφεῖ μετὰ τὸ 1970.

Στὰ πενήντα του, διάβαζε μόνο ὅ,τι εἶχε γραφεῖ μεταξὺ ’60 καὶ ’70

γιὰ νὰ καταλάβει πὼς ἦταν νέος.

Πίστευε ὅτι ἡ ὕπαρξη ἦταν στὴ διάκρισή του,

κι ἔμεινε ἀδιάκριτος μέχρι τέλους.    […]

Τὸ ποιητικό του σῶμα ἀριθμεῖ ὀκτὼ ἀκόμα πτυχές, οἱ τελευταῖες ἕξι στὴν Ἴνδικτο.

Τὸν Δεκέμβριο τοῦ 2008  τὸ σύνολο τοῦ ποιητικοῦ του ἔργου συγκεντρώθηκε σὲ ἕναν τόμο ὑπὸ τὸν τίτλο Συλλογές [1983-2006]. Στὶς ἑπόμενες μέρες δὲ θὰ κυκλοφορήσει καὶ ἡ νέα του συλλογὴ μὲ τίτλο Μερικὰ-Μερικά.

Μὲ ἀφορμὴ αὐτὴ τὴν νέα Συλλογὴ Τὸ Κοινὸν τῶν Ὡραίων Τεχνῶν καὶ ὁ  Ἄγγελος Καλογερόπουλος σκέφτηκαν καὶ ὀργανώνουν τὴν βραδιά, τὴν ἀφιερωμένη στὸν Ἀ. Ζέρβα.

Κλείνω μὲ μιὰ μικρὴ ἀκροτελεύτια παρέκβαση. Μὲ τὸ ἐξώφυλλο τῶν Συλλογῶν ὁ νοῦς μου πηγαίνει ξανὰ στὸν Πέρη. Ἐκεῖνος εἶχε θελήσει νὰ μποῦν τὰ ἀρχαϊκά του ἄλογα ὡς προμετωπίδα στὴν 1η ἔκδοση τῶν Ἄκτων.

Ἐκκρεμεῖ καιρὸ τώρα μία ἔκδοση καὶ μία ἔκθεση γιὰ κεῖνον.
Εἶναι ἕνα χρέος ποὺ μὲ βαραίνει καὶ μὲ στοιχειώνει.

Γιάννης Κιουρτσάκης

Τὸ βραβεῖο Λογοτεχνικοῦ Δοκιμίου-Μελέτης τοῦ περ. Διαβάζω ἀπονεμήθηκε στὸν

Γιάννη Κιουρτσάκη γιὰ τὸ Ἕνας χωρικὸς στὴ Νέα Ὑόρκη.

Τὸ βραβεῖο ἀπένειμε ὁ  ποιητής καὶ βιβλιογράφος Δημήτρης Δασκαλόπουλος.

Γιὰ τὴν βράβευσή του ὁ Γιάννης Κιουρτσάκης ἔκανε τὴν ἀκόλουθη δήλωση:

«Εἶχα χαρεῖ εἰλικρινὰ τὸ βραβεῖο τοῦ Διαβάζω, τὴν πρώτη χρονιὰ ποὺ ἀπονεμήθηκε.  Καὶ θὰ ἦταν ὑποκριτικὸ ἂν ἔλεγα πὼς δὲν τὸ χαίρομαι καὶ σήμερα. Ὅπως θὰ ἦταν ἄδικο νὰ μὴν εὐχαριστήσω τὴν ἐπιτροπή, ποὺ μόχθησε νὰ διαβάσει τόσα βιβλία καὶ ξεχώρισε στὴν κατηγορία τοῦ δοκιμίου, τὸ μικρό μου στοχαστικὸ ἀφήγημα. Ὅμως, ἐτούτη τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ συλλογικὴ ζωή μας γνωρίζει μιὰ κατρακύλα χωρὶς προηγούμενο στὴν ὁποῖα ἔχουμε συμβάλει ὅλοι – αὐτὴ ἡ κρίση εἴμαστε ἐμεῖς – ἀναρωτιέμαι: εἶναι ἄραγε τυχαῖο ὅτι ἡ ἔξαρση τοῦ ναρκισσισμοῦ, τῆς αὐτοπροβολῆς, τῶν προσωπικῶν ἀνταγωνισμῶν, τῶν πελατειακῶν σχέσεων καὶ τῶν μικρόψυχων καβγάδων, ποὺ μαστίζουν καὶ τὸ λογοτεχνικό μας σινάφι εἰς βάρος κάθε ἔννοιας πνευματικῆς ζωῆς, συμπίπτει μ’ ἕναν πληθωρισμὸ πανηγυρικῶν ἐκδηλώσεων γιὰ τὸ βιβλίο, συμπεριλαμβανομένων τῶν βραβείων; Κι ἂν φαίνομαι ὑπερβολικός, τουλάχιστον ἂς ἀναρωτηθοῦμε ὅλοι: πόσο οἱ βραβεύσεις τῶν τελευταίων χρόνων μᾶς ἔχουν βοηθήσει, ἔστω ἀτομικά, “νὰ σηκωθούμε λίγο ψηλότερα”. Πόσο ἔχουν βοηθήσει τὴ λογοτεχνικὴ δημιουργία καὶ τὸ μοίρασμά της μὲ τὸν ἀναγνώστη; Αὐτὲς οἱ πικρὲς ἀπορίες μὲ ἐμποδίζουν νὰ δεχτῶ μὲ ἤρεμη συνείδηση τὸ βραβεῖο.

Γιάννης Κιουρτσάκης

10 Μαΐου 2010»

Ἀπαντώντας στὸν κύριο Προύστ…

DIAMANTOPOULOS1

Πιστεύω πὼς τὰ ἐρωτήματα γενικῶς εἶναι πολύπλοκα, γι᾽ αὐτὸ καὶ κατὰ κανόνα δὲν ἐμπιστεύομαι τὶς ἀπαντήσεις ποὺ ἁπλοποιοῦν.

Ἔτσι ὅταν ἡ κ. Μικέλλα Χαρτουλάρη μοῦ ζήτησε νὰ ἀπαντήσω στὸ γνωστὸ πλέον σὲ ὅλους μας ἐρωτηματολόγιο τοῦ Προύστ προσπάθησα νὰ τὸ ἀποφύγω.

Μιὰ ὅμως ἀπὸ τὶς φωνὲς ποὺ μοῦ τριβελλίζουν συνήθως τὸν νοῦ μοῦ σφύριξε τὸ ἀπολαυστικὸ τοῦ Πόρτσια: Χωρὶς αὐτὴν τὴν βλακώδη ματαιότητα ποὺ εἶναι τὸ νὰ ἐπιδεικνυόμαστε καὶ ποὺ ἀνήκει σὲ ὅλους καὶ σὲ ὅλα, δὲν θὰ βλέπαμε τίποτα καὶ δὲν θὰ ὑπῆρχε τίποτα.

Μετὰ ἀπ᾽ αὐτὸ δὲν ἤθελα ἄλλο, παραδώθηκα! Καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς τὸ χάρηκα περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη φορά.

Ἴσως γιατὶ πέρα ἀπὸ πολύπλοκα τὰ ἐρωτήματα  εἶναι πολλὲς φορὲς καὶ βασανιστικὰ ἢ ἀκόμα καὶ ἀποκαλυπτικά! Ἀρκεῖ νὰ θὲς νὰ μπεῖς στὴ βάσανό τους καὶ νὰ τὸ παλέψεις.

Ἐλπίζω οἱ ἐρωταπαντήσεις νὰ ἔχουν κάποιο ἐνδιαφέρον. Ἐπειδὴ ὅμως πολὺ ἀμφιβάλλω, γιὰ σιγουριὰ τὶς συνοδεύω μὲ τρία ἕργα τοῦ Διαμαντῆ Διαμαντόπουλου, ἑνὸς ἐκ τῶν ἀγαπημένων μου ζωγράφων, ὅπως ἀπαντῶ στὴν σχετικὴ ἐρώτηση.

Τὸν Δ. Διαμαντόπουλο, εἶχα τὴν εὐκαιρία, δύο χρόνια πρὶν πεθάνει, τὸ 1995, νὰ τὸν γνωρίσω καὶ νὰ μιλήσω μαζί του. Μὲ τὸν Πέρη λέγαμε νὰ κάνουμε ἕνα ἀφιέρωμα στὸ περιοδικό. Τοῦ εἴχαμε ζητήσει μάλιστα νὰ τυπώσουμε καὶ ἕνα λεύκωμα μὲ τὰ ἔργα του. Ἦρθε ὅμως ὁ θάνατός του καὶ διέκοψε κάθε συζήτηση. Ἀκόμα ἐλπίζω πὼς θὰ μπορέσω νὰ ἀσχοληθῶ περισσότερο μὲ τὸ ἔργο του, μὰ δὲν τὰ ἔχω καταφέρει. Τουλάχιστον ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἄποψη, τὴν εἰκαστική,  τὸ σημερινὸ post θὰ κουβαλᾶ κάτι ποὺ ἀξίζει τὸν κόπο καὶ μὲ τὸ παραπάνω.

Τὸ Ἐρωτηματολόγιο μὲ τὶς ἀπαντήσεις μου δημοσιεύτηκε στὴν ἐφ. ΤΑ ΝΕΑ τὸ Σάββατο 22 Αὐγούστου μὲ ἐπιμέλεια τῆς κ. Μικέλλας Χαρτουλάρη, τὴν ὁποῖα θερμὰ εὐχαριστῶ γιὰ τὴν φροντίδα καὶ τὸ ἐνδιαφέρον.

Η απόλυτη ευτυχία για σας είναι;
Πάντα σχετική κι αδιάφορη.
Τι σας κάνει να σηκώνεστε το πρωί;
Η προσδοκία.
Η τελευταία φορά που ξεσπάσατε σε γέλια;
Σήμερα Τρίτη πρωί διαβάζοντας τον Νεόκοπο.

Το βασικό γνώρισμα του χαρακτήρα σας, είναι;
Η προθυμία. Η επιμονή.
Το βασικό ελάττωμά σας;
Η επιμονή.
Σε ποια λάθη δείχνετε τη μεγαλύτερη επιείκεια;
Στα δικά μου!
Η τελευταία φορά που κλάψατε;
Στον θάνατο του φίλου μου Π. Ι.
Με ποια ιστορική προσωπικότητα ταυτίζεστε περισσότερο;
Με τον Μανουήλ Κομνηνό.
Ποιοι είναι οι ήρωές σας σήμερα;
Ο γιος μου Κίμων και η κόρη μου Μαρίνα.
Οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;
Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Τόμας Μαν, Πιερ Μισόν, Αντόνιο Πόρτσια, κάποτε κι ο Γ. Σεφέρης.
Ποια αρετή προτιμάτε σε έναν άντρα;
Την καθαρότητα και την ευθύτητα.
…Και σε μια γυναίκα;
Την κατανόηση και την υπομονή.

tz08350-b
Διαμαντῆς Διαμαντόπουλος, Τὰ καρπούζια

Ο αγαπημένος σας συνθέτης;
Το ρεπερτόριο περιλαμβάνει άλλες φορές Μότσαρτ, πάντα Ρink Floyd, σχεδόν πάντα Σεργκέι Ραχμάνινοφ και ανά πάσα στιγμή Χατζιδάκι και Σαββόπουλο. Τώρα τελευταία αγαπώ πολύ και τον Αλκίνοο.
Το τραγούδι που σφυρίζετε κάνοντας ντους;
Αν το κατόρθωνα, θα σφύριζα ό,τι κι ο πατέρας μου: Απ΄ την Κική και την Κοκό ποια να διαλέξω…
Το βιβλίο που σας σημάδεψε;
Χωρίς ενδοιασμό, Διονυσίου Αρεοπαγίτου Περί θείων ονομάτων.
Η ταινία που σας σημάδεψε;
«Νοσταλγία» του «ποιητή» Ταρκόφσκι.
Ο αγαπημένος σας ζωγράφος;
Διαμαντόπουλος, Παρθένης, Ματίς, Γκογκέν, Μπρακ.
Το αγαπημένο σας χρώμα;
Μαύρο του Πανσέληνου και χοντροκόκκινο.
Ποια θεωρείτε ως τη μεγαλύτερη επιτυχία σας;
Όταν επιτέλους θα συμφιλιωθώ με την αποτυχία μου.
Το αγαπημένο σας ποτό;
Νερό με λεμόνι.
Για ποιο πράγμα μετανιώνετε περισσότερο;
Για τις δικαιολογίες που εφευρίσκω.
Τι απεχθάνεστε περισσότερο απ΄ όλα;
Τη μικροψυχία.
Όταν δεν ασχολείστε με τις εκδόσεις, ποια είναι η αγαπημένη σας ασχολία;
Σκαλίζω, ποτίζω, γεύομαι.
Ο μεγαλύτερος φόβος σας;
Παραμένει ανομολόγητος.
Σε ποια περίπτωση επιλέγετε να πείτε ψέματα;
Μπροστά στο αβάσταχτο βάρος της αλήθειας.
Ποιο είναι το μότο σας;
«Εγώ, κύριοι, τη διασκεδάζω την αποτυχία μου στην ύπαρξη».
Πώς θα επιθυμούσατε να πεθάνετε;
Αθώος του αίματος.
Εάν συνέβαινε να συναντήσετε τον Θεό, τι θα θέλατε να σας πει;
«Αμήν σοι λέγω, σήμερον μετ΄ εμού έση εν τω παραδείσω».
Σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεστε αυτόν τον καιρό;
Σε αυτήν της ακηδία, χρόνια τώρα, παραμένοντας αμετανόητα άνθρωπος του πάθους.

Διαμαντῆς Διαμαντόπουλος, Στὸν θάλαμο.

Ὅσα δὲν βλέπουμε καὶ δὲν μαθαίνουμε σὲ ἕνα Μουσεῖο

image7178
Ὁ Εὐαγγελισμὸς ἐν τῷ οἴκῳ, Icon Gallery, Ohrid, Fyrom, 1300-1320. Φορητὴ εἰκόνα, 94.5x80.3ἑκ.

Πρὶν τέσσερα χρόνια περίπου ἕνας καλὸς φίλος καὶ συνεργάτης τῆς Ἰνδίκτου ὁ Ἰωάννης Κανέλλος εἴχε τὴν ἰδέα. Τὸ Ἵδρυμα Ὀρμύλια καὶ πιὸ συγκεκριμένα τὸ Διαγνωστικὸ Κέντρο Ἔργων Τέχνης, σὲ συνεργασία μὲ τὴν Ἴνδικτο, ὑλοποίησαν τὸ πρῶτο ἐν Ἐλλάδι Εἰκονικὸ Μουσεῖο. Τὸ ὄνομα αὐτοῦ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου.

Ἡ ἔννοια τοῦ εἰκονικοῦ μουσείου (virtual museum) ἔχει πιὰ ἀρχίσει νὰ μπαίνει στὸ λεξιλόγιό μας.
Παράγωγο κι αὐτὴ τῶν σύγχρονων ψηφιακῶν τεχνολογιῶν, παιδὶ ἴσως καλύτερα μιᾶς κοινωνίας ποὺ ἀναγνωρίζεται πιὰ ὡς κοινωνία τῆς ἐπικοινωνίας, τῆς πληροφορίας καὶ τῆς γνώσης, τὸ εἰκονικὸ μουσεῖο προσδιορίζει ἕνα σύνολο ἐφαρμογῶν ποὺ στοχεύουν νὰ μεταφέρουν, καμιὰ φορὰ μάλιστα καὶ νὰ ἐπεκτείνουν τὴν κλασικὴ ἔννοια τοῦ μουσείου στὴν διάσταση τοῦ παγκόσμιου ἱστοῦ. Εὔκολα καταλαβαίνει κανεὶς τὸ ἐνδιαφέρον ἀλλὰ καὶ τὴν χρησιμότητα τέτοιων προσπαθειῶν: ἀνετότερη διοίκηση τοῦ χρόνου καὶ τοῦ χώρου, εὔκολη πρόσβαση σὲ ἐκθεσιακὲς συλλογές, ἐκδημοκρατισμὸς τῆς πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς, προσαρμογὴ τοῦ ἐκτιθέμενου ὑλικοῦ σὲ διαφορετικὰ προφὶλ καὶ σκοποὺς ἐπίσκεψης, νέες μουσειακὲς ὑπηρεσίες κ.λπ. Καὶ βέβαια μιὰ νέα οἰκονομία βασισμένη στὰ διατιθέμενα περιεχόμενα.

A2.stavronikhta
Ἱερὰ Μονὴ Σταυρονικήτα, Ἅγιον Ὄρος

Πράγματι, κάνοντας ἕναν περίπατο στὸ διαδίκτυο, βρίσκει κανεὶς κιόλας ἕνα σημαντικὸ ἀριθμὸ ἐφαρμογῶν ποὺ αὐτονομάζονται «εἰκονικὰ μουσεῖα». Γρήγορα καταλαβαίνει κανεὶς τὴν ἔκταση ποὺ πῆρε μιὰ τέτοια ἔννοια, μιὰ ποὺ τόσο οἱ στόχοι ὅσο καὶ ἡ σύλληψη τοῦ κάθε τέτοιου μουσείου ἐξυπηρετοῦν συγκεκριμένες λογικὲς ἤδη ὑπαρχόντων μουσειακῶν ἱδρυμάτων, χωρὶς νὰ ἀνταποκρίνονται πάντοτε σὲ ἕνα πρότυπο, ἕναν ὁρισμό, ἢ μία χάρτα ἀπαιτήσεων. Τὶς περισσότερες φορές, ἕνα εἰκονικὸ μουσεῖο εἶναι ἡ ἁπλὴ μεταφορὰ στὸ διαδίκτυο ἑνὸς μέρους ἀπὸ τοὺς θησαυροὺς ποὺ ἐκθέτει σὲ πραγματικὸ χῶρο καὶ χρόνο ἕνα τυπικὸ μουσεῖο. Σπάνια βρίσκει κανεὶς ἐναλλακτικὲς προτάσεις εἰκονικοῦ μουσείου.

A2.ormylia
Ἱερὸν Κοινόβιον Εὐαγγελισμοῦ, Ὁρμύλια Χαλκιδικῆς

Σὲ μιὰ τέτοια, ἐναλλακτικὴ πρόταση στοχεύει τὸ μουσεῖο ποὺ ἵδρυσε ἡ Ἴνδικτος σὲ συνεργασία μὲ τὸ Ἵδρυμα Ὀρμύλια. Πρόκειται, ἀκριβῶς, γιὰ ἕνα θεματικὸ εἰκονικὸ μουσεῖο: «ἐκθέτει», μὲ ἄλλα λόγια, ἀντικείμενα ποὺ ἀναπτύσσουν ἕνα καὶ μόνο θέμα, συγκεκριμένα, τὸ θέμα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου. Ἐξ οὗ καὶ ὁ τίτλος του. Μελετώντας γόνιμες μεταφορὲς μιᾶς τυπικῆς ἐπίσκεψης σὲ ἕνα πραγματικὸ μουσεῖο, τὸ εἰκονικὸ μουσεῖο Ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου προτείνει πολυεπίπεδα σενάρια προκειμένου νὰ γνωρίσει ὁ ἐπισκέπτης τὸ θέμα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἔτσι ὅπως αὐτὸ ἐπεξεργάζεται καὶ ἀναπτύσσεται μέσα ἀπὸ τὴν βυζαντινὴ εἰκονογραφία. Τὸ ὑλικὸ ποὺ παραθέτει σὲ κάθε ἐπισκέπτη του, δὲν ἀνήκει σὲ κάποιο ἵδρυμα: προέρχεται ἀπὸ μιὰ συλλογὴ ἔργων ποὺ προέρχονται ἀπὸ διαφορετικοὺς τόπους καὶ ἱδρύματα, χωρὶς διάκριση σχολῶν, τεχνοτροπιῶν, τεχνικῶν καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἐπιδίωξη μιᾶς τέτοιας προσπάθειας εἶναι νὰ βοηθήσει τὸν κάθε χρήστη νὰ ἐμβαθύνει στὸ νόημα ἑνὸς τέτοιου θέματος, ποὺ διατρέχει τοὺς αἰῶνες καὶ τοὺς πολιτισμούς, ἀπασχολώντας πάντοτε τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν σχέση του μὲ τὴν μοῖρα του.

image19439
Dionisy the Russian, Ὁ Εὐαγγελισμὸς ἐν τῷ οἴκῳ: Γ΄ Οἶκος τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, Ferapontov Monastery, Vologda, Russia, 1502. Τοιχογραφία.

Περιδιαβαίνοντας τὰ ἔργα ποὺ διαθέτει τὸ μουσεῖο Ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου, ὁ ἐπισκέπτης μπορεῖ ἔτσι νὰ προσαρμόσει τὴν ἐπίσκεψή του κατὰ ἔργο ἢ σύνολο ἔργων σύμφωνα μὲ κάποια ἀπὸ αὐτὲς τὶς τοπικές, νὰ τὸ μελετήσει σὲ βάθος ἢ νὰ ἀρκεστεῖ σὲ κάποιες πληροφορίες, νὰ ἐντοπίσει τὸ ἐνδιαφέρον του σὲ συγκεκριμένες τοπικὲς κλπ. Τὸ μουσεῖο προσαρμόζεται καὶ σὲ διαφορετικὰ προφὶλ ἐπισκέπτου καὶ σὲ διαφορετικοὺς σκοποὺς ἐπίσκεψης. Ἂν καὶ ἡ ἑρμηνευτικὴ προσέγγιση ἀποτελεῖ τὸν τελικὸ σκοπὸ αὐτοῦ τοῦ μουσείου, μιὰ ποὺ ὅλα, σὲ μία γλῶσσα, προσφέρουν στὸ νόημα καὶ στὴν ἀνάδειξη τῆς σημασίας, τὸ μουσεῖο αὐτὸ δὲν ὑποχρεώνει τὸν ἐπισκέπτη: ἡ ὀργάνωσή του καὶ οἱ λειτουργίες πλοήγησης ποὺ παρέχει προτείνουν, δὲν ἀναγκάζουν. Τόσο ὁ ἐνδιαφερόμενος γιὰ τὰ τοπία τῆς ἱστορίας τῆς τέχνης ὅσο καὶ ὁ συντηρητὴς ἔργων τέχνης, τόσο ὁ ζωγράφος ὅσο καὶ ὁ θεολόγος θὰ βροῦν θέματα ἄξια τῆς προσοχῆς τους κατὰ τὸν τρόπο ποὺ ἀνταποκρίνεται στὶς πρακτικές τους.

Ἡ εἴσοδος στὸ Μουσεῖο εἶναι δωρεὰν, μπεῖτε καὶ θαυμάστε, πλοηγηθεῖτε στὶς εἰκόνες, δεῖτε τὶς ἀναλύσεις τῶν λεπτομερειῶν!

Μεταφράσεως Ἐγκώμιον

Πόσο κόπο καὶ πόσο μόχθο, πόση ἀγωνία καὶ πόσα χρόνια ἔχουν δαπανηθεῖ ἀπὸ τὴν Ἐλένη Μπακοπούλου καὶ τὴν ἀφεντιά μου γιὰ τὶς νέες μεταφράσεις τῶν ἔργων τοῦ Φ.Μ.Ντοστογιέφσκι. Καὶ πόσο ἀκόμα δρόμο ἔχουμε μπροστά μας γιὰ νὰ ὁλοκληρώσουμε, ἂν βεβαίως μᾶς δοθεῖ ὁ χρόνος, τὴν προσπάθεια.
Σὲ αὐτὸ τὸ μᾶλλον μοναχικὸ καὶ ἀτέλειωτο μονοπάτι ἔρχονται μὲ τὴν γενναιοδωρία τους κάποιοι φίλοι νὰ σοῦ κρατήσουν τὸ χέρι καὶ νὰ σοῦ δώσουν κουράγιο. Σήμερα Σάββατο 8 Αὐγούστου ὁ συγγραφέας Τάκης Θεοδωρόπουλος στὴν ἐφημ. Τὰ Νέα ἔγραψε:

DOST Ilithios Cover

Μεταφραστικό κατόρθωμα πρώτης γραμμής

Μέσα από τις μεταφράσεις του Αλεξάνδρου και τη δουλειά του στον Ντοστογιέφσκι, πήρα την πρώτη γεύση της μεγάλης λογοτεχνίας, την πρώτη μυρωδιά αληθινού μυθιστορήματος. Τον Ντοστογιέφσκι τον ξαναδιάβασα στα είκοσι πέντε μου, στα γαλλικά αυτή τη φορά, και ξανά στη μετάφραση του Αλεξάνδρου πριν από δέκα χρόνια. Χωρίς να πάψει να με γοητεύει το λογοτεχνικό ιδίωμα της δεκαετίας του πενήντα, με τις ακρότητες της δημοτικής, είχε αρχίσει να μου φαίνεται κάπως μακρινό.

Και τώρα ήρθε η δουλειά της Ελένης Μπακοπούλου- οι Δαιμονισμένοι πέρυσι και ο Ηλίθιος φέτος. Η μετάφρασή της είναι μια σημαντική λογοτεχνική κατάθεση στη δική μας γλώσσα. Το γεγονός ότι καταφέρνει να αποδώσει την προφορικότητα του Ντοστογιέφσκι χωρίς ούτε στιγμή ο λόγος να χάνει την πυκνότητά του χωρίς στιγμή χαλάρωσης πιστεύω πως είναι ένα πρώτης γραμμής κατόρθωμα. Πέρα από τη γοητεία του κειμένου, που καταφέρνει να το κάνει δικό μας, δείχνει πως η γλώσσα που μιλάμε, αυτήν που κακοποιούμε ακόμη και γράφοντας, δεν έχει χάσει τίποτε από το εκφραστικό της έρμα. Προσωπικά της χρωστώ ευγνωμοσύνη. Και περιμένω από τις Εκδόσεις Ίνδικτος τη συνέχεια. Ευτυχώς ο Ντοστογιέφσκι ήταν αναγκασμένος να βιοπορίζεται από τα κείμενά του και έχει γράψει μπόλικα.