ΑΝΤΩΝΗΣ ΖΕΡΒΑΣ

Τὴν Τετάρτη 3 Νοεμβρίου στὶς 8:30μ.μ. στὴν αἴθουσα τῆς Ἑλληνικῆς Ἑταιρείας [Τριπόδων 28, Πλάκα] ὁ Κώστας Κουτσουρέλης καὶ ἡ ἀφεντιά μου θὰ μιλήσουμε γιὰ τὸ ποιητικὸ ἔργο τοῦ Ἀντώνη Ζέρβα.

Ὅσοι παρακολουθοῦν τὴν Ἴνδικτο ἀπὸ τὰ πρῶτα της βήματα, γνωρίζουν πὼς ὁ Ἀντώνης Ζέρβας εἶναι ἀπὸ τότε σταθερὸς συνεργάτης.

Δὲν εἶναι λίγα τὰ βιβλία ποὺ φιλοξενοῦνται στὸν κατάλογο τῆς ᾽Ινδίκτου καὶ φέρουν τὴν ὑπογραφή του. Ἀκόμα περισσότερα ὅμως εἶναι αὐτὰ ποὺ διακριτικὰ καὶ γενναιόδωρα ὑπέδειξε. Οἱ Βίοι Ἐλάσσονες τοῦ Pierre Michon, ἡ Ἕρση τοῦ Γ. Δροσίνη, ὁ Ἐρωτισμὸς τοῦ Ζ. Μπατάιγ εἶναι λίγα ἀπὸ αὐτά.

Ἐργάτης τῶν γραμμάτων ἀπὸ τοὺς λίγους, ἀπομονωμένος στὶς Βρυξέλλες ὅπου ζεῖ καῖ ἐργάζεται, παραμένει στὸ κέντρο τῆς ἑλληνικῆς πνευματικῆς ζωῆς, ὅντας συγχρόνως τὸ περιθώριο αὐτῆς.

Θυμᾶμαι ἀκόμα τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ γνώρισα τὴν ποίησή του. Ἦταν τὸ 1983, στὸ σπίτι τοῦ Παναγιώτη Νέλλα, ὅπου ἕνας παλιὸς καὶ χαμένος φίλος ὁ Νίκος Φατοῦρος μοῦ χάρισε τὴν Ἀνάσταση τῆς Κυρα Τσίνης. Εὐρισκόμενος σὲ ἀγρανάπαυση, ἀρνιόμουν νὰ ἀσχοληθῶ μὲ νέους ποιητές. Ἡ λεγόμενη γενιὰ τοῦ 70 εἶχε φροντίσει σχετικά.
Ὁ ἐνθουσιασμὸς τοῦ φίλου μου Ν.Φ. καθὼς καὶ ἡ σπάνιας τότε τυπογραφικῆς ὁμορφιᾶς, ἔκδοση τοῦ Καστανιώτη, μὲ ἔκαμψαν κι ἄρχισα νὰ διαβάζω.
Φτάνοντας στὴν 26η σελίδα τὸ ποιητικὸ σφρίγος καὶ ἡ γλωσσικὴ δύναμη ξεχείλιζαν. Ἦμουν πλέον σίγουρος πὼς εἶχα νὰ κάνω μὲ Ποίηση:

Στὴν ἀγορὰ τοῦ Πειραιῶς

στὸ καφενεῖο τοῦ Λεμπέση

μπαίνοντας ἕνα πρωὶ

σκουντάει καὶ ρίχνει ―

ἄθελα λένε ― τὸ μαρκούτσι

τοῦ ναργιλὲ τοῦ Μπούτου τοῦ Γιαννάκη

ξάδελφος πρῶτος τοῦ πατέρα μου

«Σκύψε ὠρὲ Μῆτρο νὰ τὸ πιάσεις»

«Εἶμ’ ἀπ’ αὐτοὺς ἐγὼ

ποὺ σκύβουν μωρὲ Γιάννη!»

«Θὰ σκύψεις Μῆτρο»

καὶ τοῦ ἀνάβει τρεῖς

μ’ ἐκεῖνο τὸ πεντάσφαιρο καὶ τὸ μονόγραμμα
πάνω στὰ φιλντισένια κόκκαλά του
στὴν ἀγορὰ τοῦ Πειραιῶς

στὸ καφενεῖο μέσα τοῦ Λεμπέση.

Ὁ χρόνος ποὺ κύλησε μὲ βρίσκει πλέον ἐκδότη καὶ φίλο τοῦ τριαντάχρονου τότε ποιητῆ, ἐκεῖνον δὲ ὡριμότερο κι ἀποσυρμένο ἀπὸ τὶς μάχες τῆς νεότητας.

Ἀντιγράφω ἀπὸ τὴν συλλογὴ Ὡδὲς καὶ Σχόλια ποὺ πρωτοδημοσιεύθηκε στὶς Συλλογές:

Σὰν ἦταν νέος, τὸν ἐπαινοῦσαν πολλοὶ σπουδαίοι ἄνδρες τῆς ἐποχῆς του.

Σὰν ὡρίμασε, τὸν ἐπαινοῦσαν οἱ μέτριοι καὶ οἱ συγκαταβατικοί.

Μετὰ τὴν κηδεία του ὅλοι κάθησαν νὰ φάνε

καὶ ὁρισμένοι, παραδόξως, ἔκαναν τὸν σταυρό τους.

Θυμήθηκαν καὶ ἔλεγαν:

Ὅταν εἶχε ἀρχίσει πιὰ νὰ κατανοεῖ τὴ θεία λειτουργία, λέξη πρὸς λέξη,

ἔνιωσε πὼς εἶχε χάσει πιὰ τὴν πίστη του.

Ἀπὸ τὸ ἄσβεστο μένος του πρὸς τοὺς Ἐβραίους,

ἤθελε νά ‘ναι Ἐβραίος.

Παραπονιόταν πὼς σὰν ἀρθρογραφοῦσε, κανεὶς δὲν ἔλεγε τίποτα.

Σὰν ἔπαψε νὰ ἀρθρογραφεῖ, ὅλοι τὸν ρωτούσαν πότε θὰ μπεῖ τὸ νέο του ἄρθρο.

Νέος καὶ ἐπηρμένος, δήλωνε πὼς δὲν διάβασε βιβλία ποὺ εἶχαν γραφεῖ μετὰ τὸ 1970.

Στὰ πενήντα του, διάβαζε μόνο ὅ,τι εἶχε γραφεῖ μεταξὺ ’60 καὶ ’70

γιὰ νὰ καταλάβει πὼς ἦταν νέος.

Πίστευε ὅτι ἡ ὕπαρξη ἦταν στὴ διάκρισή του,

κι ἔμεινε ἀδιάκριτος μέχρι τέλους.    […]

Τὸ ποιητικό του σῶμα ἀριθμεῖ ὀκτὼ ἀκόμα πτυχές, οἱ τελευταῖες ἕξι στὴν Ἴνδικτο.

Τὸν Δεκέμβριο τοῦ 2008  τὸ σύνολο τοῦ ποιητικοῦ του ἔργου συγκεντρώθηκε σὲ ἕναν τόμο ὑπὸ τὸν τίτλο Συλλογές [1983-2006]. Στὶς ἑπόμενες μέρες δὲ θὰ κυκλοφορήσει καὶ ἡ νέα του συλλογὴ μὲ τίτλο Μερικὰ-Μερικά.

Μὲ ἀφορμὴ αὐτὴ τὴν νέα Συλλογὴ Τὸ Κοινὸν τῶν Ὡραίων Τεχνῶν καὶ ὁ  Ἄγγελος Καλογερόπουλος σκέφτηκαν καὶ ὀργανώνουν τὴν βραδιά, τὴν ἀφιερωμένη στὸν Ἀ. Ζέρβα.

Κλείνω μὲ μιὰ μικρὴ ἀκροτελεύτια παρέκβαση. Μὲ τὸ ἐξώφυλλο τῶν Συλλογῶν ὁ νοῦς μου πηγαίνει ξανὰ στὸν Πέρη. Ἐκεῖνος εἶχε θελήσει νὰ μποῦν τὰ ἀρχαϊκά του ἄλογα ὡς προμετωπίδα στὴν 1η ἔκδοση τῶν Ἄκτων.

Ἐκκρεμεῖ καιρὸ τώρα μία ἔκδοση καὶ μία ἔκθεση γιὰ κεῖνον.
Εἶναι ἕνα χρέος ποὺ μὲ βαραίνει καὶ μὲ στοιχειώνει.

ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Εδώ και λίγες βδομάδες κυκλοφόρησαν από την Ίνδικτο τα Μικρά Βασίλεια της Ανθής Λεούση.

Επιλέγω ένα ποίημα αντίδωρο στους φίλους που επιμένουν να διαβάζουν και να αγαπούν την ποίηση.

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΜΗΝΙΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ

Στην κατοχή μου έχω:

1. Κεντίδια ψιλοβελονιά μη βρέξει και μη στάξει
σε γυαλιστερή μαύρη κασέλα

2. Στον αχυρώνα δρεπάνια κοφτερά.

3. Για τα παραπανίσια στόματα
φέτες πορτοκαλιών και γλυκολέμονων στο ντουλάπι.

4. Πάντα νωπό ανθότυρο μόλις βγαλμένο
από μια στάνη στον Αττάβυρο.

5. Έναν μαγνήτη ολοστρόγγυλο σαν πρόσωπο ακριβό
στη βράχινη κορφή του Σάου
πάνω από τα σγουρά στεφάνια του τσαγιού.

6. Αγριοαχιβάδες από της Υπατίας το διάβα.

7. Ένα και μόνο γυμνό μάγουλο
μες στο μελάνι φυλαγμένο στην ψευτοσοφίτα.

8. Πολλή άνοστη ομίχλη – πολύ νόστιμο καπνό.

9. Μία παντού κρυμμένη σχεδόν αδιάκοπη ευχή – Καλό ξημέρωμα
μες σε κρινώδη ακίνητα πυκνά λευκά
σαν και του Νικηφόρου Λύτρα και του Παπαλουκά.
Έχω επίσης:

Έναν γραφικό χαρακτήρα φεγγαρίσιο – κρυπτοηλιακό.

Πολλές φορές ένα ίσον κανένα.

Γι’ αυτό αλλά και γιατί ο Χρήστος πρέπει να απαντήσει κρίνοντας, ιδού και ένα δεύτερο δείγμα από τα Μικρά Βασίλεια.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΤΡΙΔΑ

Να που δεν νιώθω αυτό που λεν: να νιώθεις ξένος –

τα ζούδια και τα έντομα που αιωρούνται ασάλευτα

στη μαγεμένη πιο θερμή νύχτα του χρόνου,

το κάθε ζώο και το πουλί – η Αλεπού

η φιλενάδα των τριών Σκοπιωρών στα τρία ψηλώματα της Σαλαμίνας,

ακόμα και η κοριτσίστικη κοαστική φωνή της βραδινής νανομουγκάνας –

όλα καλά φτιαγμένα – και στην ώρα τους

και πάλι με την ώρα τους χαλασμένα –

όλα καλά ειπωμένα – και στην ώρα τους

και πάλι με την ώρα τους βουβά –

το κάθε σπίτι η αποθήκη και το όχημα, των δίκαιων οι επίμονοι υπολογισμοί,

το γέλιο μιας ναϊάδας ανοστούτσικης που βράδιασε αφηρημένη –

ανθρώπινο τίποτα δεν μου είναι ανοίκειο –

κι από τα δύσβατα όπου φυτρώνει – τίποτα

– θα έπαιρνα όρκο απόψε – που να μην είναι αγαπητό:

Σαν μονοκόμματο βαρύ γλυπτό – σαν ίσκιος που πατά κάποιον ηλιόλουστο ύπνο –

το κάθε τι το κάθε τι θέλει την τέχνη του και την πανούργα υπομονή –

υπομονή θνητή, που με αποτυχία τρέφει το τρομερό της θέλημα.

Η Ανθή Λεούση είναι φιλόλογος˙ δίδαξε σε φροντιστήρια, γυμνάσια και λύκεια στο Κιλκίς, στη Νίσυρο, στη Θεσσαλονίκη, στην Τήνο, στην Αίγινα, στη Χαλκίδα -και συνεχίζει να διδάσκει.
Το 1992 δημοσίευσε την ποιητική συλλογή Το φως της ημέρας (Συνέχεια). Μετέφρασε την Αντιγόνη του Σοφοκλή (Θεσσαλονίκη 1982), Στο δικαστήριο του πατέρα μου και τις Ιστορίες για παιδιά του Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ (Εστία), τις Μυθολογίες του χειμώνα του Πιέρ Μισόν, το Μπαλκόνι στο δάσος του Ζυλιέν Γκρακ και τα Ημερολόγια και γράμματα της Καίτε Κόλλβιτς (Ίνδικτος). Ποιήματά της δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Εντευκτήριο, Νέα Εστία, Νεφούρια –μικρές μελέτες της στα περιοδικά Αντί και Παπαδιαμαντικά Τετράδια. Μετέφρασε επίσης Έξι λαϊκά τραγούδια από τα βρεττανικά νησιά (περοδικό Πλανόδιον), ποιήματα των Τόμας Χάρντυ, Τζέραρντ Μάνλεϋ Χόπκινς (Το ναυάγιο του Ντόυτσλαντ) και το Τρεμολίνο του Τζόζεφ Κόνραντ (περιοδικό Εκηβόλος), καθώς και ποιήματα του Ανδρέα Κρύφϊου και του Ρόμπερτ Μπράουνινγκ (περιοδικό Νέα Εστία).
Τον Μάιο του 2008 εκδόθηκε η ποιητική της συλλογή Μικρά βασίλεια (Ίνδικτος).

ΣΥΣΣΗΜΟΝ Ή ΤΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ


Το χαρακτήρισαν αριστουργηματικό, ένα εντελώς ξεχωριστό διαμάντι της ελληνικής γλώσσας,
Σπουδαίο, τιτάνιο έργο, το νέο Άξιον Εστί της λογοτεχνίας μας.

Τον δημιουργό του, τον ονόμασαν «ευλογημένο».
Μιλώ για το Σύσσημον του Νίκου Παναγιωτόπουλου.
Ένα έργο σπάνιο που τα δικά μου λόγια, μάλλον περιττεύουν. Εξάλλου είμαι σίγουρος πως ήδη έχει φτάσει στα χέρια ολονών, μιας και κοντεύουν 15 μήνες από την κυκλοφορία του, που είναι στ’ αλήθεια εντυπωσιακή.
Αφορμή για τούτο το post είναι η ιδέα του Βίκου Ναχμία για μιαν παράσταση στηριγμένη στο εν λόγω έργο. Μια Αναγνωστική αγρύπνια όπως την χαρακτηρίζει ο εμπνευστής και σχεδιαστής της, Βίκος Ναχμίας.

Το Σάββατο, λοιπόν, 5 Απριλίου και ώρα 1 μετά τα μεσάνυχτα, θα σας περιμένω όλους, στον Χώρο Πολλαπλών Εκδηλώσεων της Γκαλλερί Ζουμπουλάκη, Αγαθοδαίμονος 37 (από Πειραιώς 199, με τον ηλεκτρικό στάση Πετράλωνα). Για την είσοδο απαιτείται μόνο καλή καρδιά!

Αναγνώστες: Μαρία Καλλιμάνη, Βασίλης Καραμπούλας, Ρίτα Λυτού, Αγγελική Παπαθεμελή, Αγλαΐα Παππά, Σύλλας Τζουμέρκας, Μαρίνα Τριανταφυλλίδου

Φωτισμός: Μιχάλης Σαμιώτης
Ηχητικά: Νίκος Παντελούς

Ηχοληψία της ανάγνωσης του συγγραφέα Αριστείδης Χρήστου
Οφείλονται πολλές ευχαριστίες στον Πέτρο Βέττα, στην Νανά Βέττα και στην Γκαλλερί Ζουμπουλάκη για την φιλοξενία της.
Και για να μην χαθεί κανείς ιδού και σχεδιάγραμμα

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Αγαπώ ιδιαίτερα τις ταινίες του Αντρέι Ταρκόφσκι, ώστε να τις παρακολουθώ ξανά και ξανά. Σε αυτές βρίσκω την πνευματική δημιουργία στον υπερθετικό της βαθμό. Η επανάληψη πολλές φορές χρησιμεύει για να ανανεώνω τα κριτήρια μου, να αντιστέκομαι με κάποιον τρόπο στον χυλό.
Έτσι και χθες με την Νοσταλγία. Την πρωτοείδα το 1983, αν δεν με απατά η μνήμη μου. Θυμάμαι ακόμα βγαίνοντας από μιαν αίθουσα κάπου στην Κυψέλη, τον ενθουσιασμό μου, την πληρότητα εντός μου. Έκτοτε επιστρέφω διαρκώς σε αυτή. 

Στην Ελλάδα δυστυχώς είναι λίγες οι αφορμές και ακόμα λιγότερα τα βιβλία που παρουσιάζουν αυτόν τον μεγάλο καλλιτέχνη και ποιητή που κατάφερε να κάνει τον κινηματογράφο ζωή του και τη ζωή του κινηματογράφο, τροφοδοτώντας τον πάντα με τα πιο πολύτιμα βιώματα της ψυχής του.

Είναι καιρός τώρα που επιθυμώ να βγάλω έναν από τους σημαντικότερους τίτλους αναφοράς για το έργο του. Από την αγγλική έκδοση του εξαιρετικού αυτού βιβλίου του πολωνού
Seweryn Kuśmierczyk με τίτλο The Tolstoy Complex μεταφράζω, ελπίζω ανεκτά, ένα μικρό απόσπασμα συνεντεύξεως του Αντρέι Ταρκόφσκι . Αντίδωρο στο alef για τα περί ευτυχίας οφειλόμενα.

Το μικρό αυτό απόσπασμα ελπίζω να διαβαστεί και από όσους επιθυμούν να βυθιστούν στον σκοτεινό βυθό της τέχνης, της λογοτεχνίας συμπεριλαμβανομένης.

 

Δημιουργώ τον κόσμο μου. Αυτός ο κόσμος δεν δηλώνει τίποτα ασυνήθιστο. Υπάρχει απλώς, δεν έχει καμία άλλη έννοια. Νομίζω δε πως τα σύμβολα και οι αλληγορίες ληστεύουν τον καλλιτέχνη. Ο δημιουργός πλάθει εικόνες που εκφράζουν, αποκαλύπτουν τη ζωή όπως ακριβώς είναι. Δεν πρόκειται για μύθους σαν αυτούς του Αισώπου. Ένας τέτοιος τρόπος εργασίας θα ήταν πάρα πολύ πρωτόγονος όχι μόνο για τη σύγχρονη τέχνη αλλά για την τέχνη οποιασδήποτε εποχής. Η εικόνα περιέχει ένα άπειρο εννοιών ακριβώς όπως η ζωή φέρει εντός της άπειρο εννοιών. Μια εικόνα που μεταμορφώνεται σε σύμβολο δεν μπορεί να αναλυθεί. Όταν δημιουργώ τις εικόνες μου δεν χρησιμοποιώ κανένα συμβολισμό οποιουδήποτε είδους. Θέλω να δημιουργήσω μια εικόνα, όχι ένα σύμβολο. Γι’ αυτό δεν πιστεύω στις ερμηνείες των υποτιθέμενων εννοιών των εικόνων μου. Δεν ενδιαφέρομαι για τα στενά πολιτικά ή κοινωνικά ζητήματα. Θέλω να δημιουργήσω τις εικόνες που θα άγγιζαν την ψυχή του θεατή μέχρι ενός ορισμένου βαθμού. Γι’ αυτό στις ταινίες μου λέω συγκεκριμένες και μόνο ιστορίες και όχι κάποιες άλλες.

Δεν μου κάνει καμία διαφορά πώς το κοινό εισπράττει και ερμηνεύει τις ταινίες μου. Κάνω τις ταινίες με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργώ συγκεκριμένη πνευματική κατάσταση στον θεατή. Κατά συνέπεια και αφού παρακολουθήσει την ταινία δεν μπορεί να παραμείνει αμετάβλητος. Αυτό λοιπόν που σκέφτεται ο θεατής για τις ταινίες μου παραμένει ασήμαντο για μένα. Οι θεατές επιμένουν να ψάχνουν για έννοιες λες και η τέχνη μου είναι να σκαρφίζομαι γρίφους.

Κανένα έργο τέχνης δεν έχει την επιθυμητή σαφήνεια. Ακούγοντας μουσική, διαβάζοντας ένα μυθιστόρημα ή ακόμα παρακολουθώντας ένα παιχνίδι όλοι αντιμετωπίζουν συχνά μέρη του έργου που δεν καταλαβαίνουν. Μία τέτοια σχέση είναι φυσιολογική προς ένα έργο τέχνης. Αλλά όταν πηγαίνουν στον κινηματογράφο – απαιτούν την πλήρη σαφήνεια, μία συνολική κατανόηση. Είμαι ενάντια στη διάκριση στην τέχνη. Δεν είναι η σαφήνεια το σημαντικό. Ο κόσμος που δημιουργείται από έναν καλλιτέχνη είναι τόσο σύνθετος όσο και ο κόσμος που τον περιβάλλει. 

Ο Αντρέι Αρσένιεβιτς Ταρκόφσκι γεννήθηκε στις 4 Απριλίου του 1932 στο Zavrazhie, ένα μικρό χωριό στις όχθες του Βόλγα. Γιός του ποιητή Αρσένι Ταρκόφσκι και της Μαρίας Ιβάνοβνας. Πέθανε στις 29 Δεκεμβρίου του 1986. Ετάφη στο ρώσικο κοιμητήριο των Παρισίων.

ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΤΕΛΟΣ – ΜΙΑ ΚΑΛΗ ΑΡΧΗ

Η Ίνδικτος γεννήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1995. Μήτρα της ένα περιοδικό υπό τον τίτλο Ερουρέμ. Μέσα από το περιοδικό αυτό, που εν τω μεταξύ μετονομάστηκε σε Ίνδικτος, ανδρώθηκε ο εκδοτικός οίκος και κυρίως στηρίχθηκε, ειδικά στα πρώτα χρόνια της ύπαρξης του.

Το Περιοδικό πέρασε από σαράντα κύματα, δώδεκα και πλέον χρόνια τώρα, πορεύθηκε επί ξυρού ακμής.
Πολλοί συνεργάτες και φίλοι εξαντλήθηκαν στην πορεία αυτή.
Ο μόνος συνοδοιπόρος που είχα από την αρχή ήταν ο Πέρης Ιερεμιάδης. Τώρα μετά τον θάνατό του, αλλά ομολογώ όχι τόσο εξαιτίας αυτού του γεγονότος, είναι η πρώτη φορά που νοιώθω μέσα μου πως πρέπει να βάλω ένα τέλος σε αυτήν την περιπέτεια του Περιοδικού.

Είναι πως μετά από 12 χρόνια και 21 τεύχη κορέστηκαν οι επιθυμίες μου και οι εμμονές μου, ή μάλλον εξάντλησα πια αυτό το δρομολόγιο.
Κουβαλώ ακόμα επιθυμίες, κυριαρχούμε ακόμα από εμμονές, μα δεν μπορώ να τις εκφράσω μέσα από το Περιοδικό.
Τα τελευταία χρόνια εξάλλου την ουσιαστική ευθύνη για το περιοδικό την είχε ο καλός μου φίλος και συνεργάτης Σταύρος Γιαγκάζογλου, που και αυτός όμως, δικαίως και με άλλες σκοτούρες τώρα, έχει παραδώσει την διεύθυνση του Περιοδικού.

Μια προσπάθεια που απαιτεί πολύ μόχθο και κόπο, πάνω απ’ όλα στηρίζεται στο πάθος και το μεράκι των δημιουργών του. Κι είναι αλήθεια πως από τέτοια υλικά είναι πλασμένα όλα τα τεύχη της Ινδίκτου. Κάθε τεύχος ήταν μία επίπονη και μακρόχρονη τις περισσότερες φορές, γέννα.
Πρέπει όμως κανείς να αντιλαμβάνεται τα όρια του και κυρίως τα όρια των άλλων. Δεν επιθυμώ να συνεχίσω χάριν γούστου ή εμμονής σε κάτι που δεν μπορεί πια να πετάξει.

Αντιλαμβάνομαι πως μία τέτοια απόφαση θα στεναχωρήσει πολλούς αναγνώστες και φίλους.
Σε αυτούς οφείλω να πω πως διεκδικώ ένα Καλό Τέλος για να μου χαριστεί μία Καλή Αρχή!
Η συζήτηση αυτή βαστά καιρό τώρα στους κόλπους του Περιοδικού.

Καταθέτω αυτές τις σκέψεις για να τις μοιραστώ με τους φίλους του Περιοδικού και να τις συζητήσω μαζί τους.

Δεν έχω λάβει την οριστική απόφαση γι’ αυτό και κάθε γνώμη και βοήθεια είναι ευπρόσδεκτη και θα εκτιμηθεί δεόντως.

Υ.Γ. Η Εικόνα είναι το εξώφυλλο του 1ου τεύχους, φιλοτεχνημένο από τον Πέρη Ιερεμιάδη.

ΚΑΤΟΠΙΝ ΠΡΟΣΚΛΗΣΕΩΣ

Το πολύ γνωστό σε όλους golem είχε την ιδέα να καλέσει και την αφεντιά μου σε μίαν σκυταλοδρομία ποιήσεως, αντίδοτο στην ομιχλώδη ατμόσφαιρα της σήμερον αλλά και του εψές δυστυχώς δε και του μέλλοντος.
Πως άραγε κανείς να διαλέξει, πως να τα πει και να τελειώσει, όταν είναι πολλά τα ποιήματα κι ο ποιητής δεν είναι ένας;
Διαλέγω λοιπόν από τα παλιά και αγαπημένα! Ίσως όμως να μην αντισταθώ και σε δεύτερο πιάτο.

Νίκος Καρούζος
Η ΣΥΝΗΘΕΙΑ ΝΑ ΛΕΩ ΚΑΤΙ

Πς θ νιώσουμε τ γεωγραφία χωρς τς πρωτεύουσες

(γ κύριοι, τ διασκεδάζω τν ποτυχία μου στν παρξη)

νομίζω μως πς χάρτης γνοε τ μοιρολόγια μας

τς πεπτικς διαδικασίες τν γαθν μουσουλμάνων

(ἔ, δν τ φανταζόμουνα μιά τέτοια φράση)

λέγε καϋμένε τί στοιχίζει μετ θάνατον μιλία

τί ν τρν τν Ασχύλο τ σκουλήκια

τί τ Λάμπρο Πορφύρα…

Γι κουτος δόξα ψάχνει γι κλινήρεις τοῦ πνεύματος.

Τί εν’ διος Σαίξπηρ γνάντια στος γίους

πού κρατον γκαλι τους τς κορφς στ μαλάια…

Στ νύπαρχτο κατατείνω

διάφορος κι ναντίρρητος.

Κρατώ την σκυτάλη και θα την παραδώσω μετά το επιδόρπιο.

Ιδού λοιπόν και το επιδόρπιο από έναν από τους καλύτερους σύγχρονους ποιητές και από τους πιο αγαπημένους μου:

Αντώνης Ζέρβας

Ἄνοιξη 1999

Μοῦ ζητοῦν ν’ἀλλάξω συμπάθειες

στὸ ὄνομα τοῦ γραπτοῦ φωτὸς ποὺ κανέναν δὲν φώτισε


Μοῦ ζητοῦν νὰ στήσω τὸ μυαλὸ στὴν καρδιά μου

ποὺ μοῦ δίνει δικαίωμα νὰ ξεγράψω


Μοῦ ζητοῦν νὰ ξεχάσω

πὼς ἡ ζωὴ εἶναι τὸ φύραμα τοῦ θανάτου.

Τὴν ζωή μου τὴν ἔζησα

τὸν παράδεισο τῆς ἀλήθειας τὸν βρῆκα

μόνο στοὺς οἴκους ἀνοχῆς καὶ τὰ λοιπὰ μοναστήρια,

Γιατί μόνον ἐκεῖ προσκυνοῦν ἀκόμη τὸν ἥρωα,

μόνον ἐκεῖ μιλοῦν στοὺς προγόνους,

μ’ ἕνα γέλιο σὰν δάκρυ στὰ μάτια,

Ξέροντας πὼς ὁ χρόνος τους εἶναι τῆς παλιᾶς ἁμαρτίας

καὶ θὰ νοιώθεται πάντα ἡ μπόχα.

Παραδίδω λοιπόν με την σειρά μου την σκυτάλη στους:

Δημήτρη Ρουσουνέλο
Λουίζα Κορνάρου
Composition doll
Κ.Κ.Μοίρη [κατόπιν ωρίμου σκέψεως]

Προάγγελος

Κρατώ στα χέρια μου τα δοκίμια του τελευταίου και υπό έκδοσιν ποιητικού έργου του Δημήτρη Δημητριάδη, Κατάλογοι 13-14, Πένθη.
Ανασύρω την εξομολόγηση του συγγραφέα στον Μισέλ Φάις που δημοσιεύθηκε στην τελευταία Βιβλιοθήκη

Εξομολόγηση που δεν κρατά τίποτα κρυμμένο, όλα στη φόρα και όλα στην μέγιστή τους διάσταση.

Το απρόσιτο της ποίησης

Η αφοριστική φράση του τίτλου δεν είναι περιοριστική ούτε απαγορευτική· είναι αφετηριακή: σημαίνει μια σκοπιά απ’ την οποία μας κοιτάζει η ποίηση και απ’ την οποία την κοιτάζουμε εμείς. Αυτή η σκοπιά χρειάζεται, και μάλιστα επειγόντως, προκειμένου όχι μόνο να καταλαβαίνουμε πότε γράφεται ποίηση, αλλά, προπαντός, να μην ξεχνούμε, ακόμη κι όταν αυτό που γράφεται είναι όντως ποίηση, την απόσταση που μας χωρίζει, ούτως ή άλλως και καταγωγικώς, απ’ αυτήν. Οχι πως η ποίηση έχει διάσταση ιδεατή ή θεϊκή· ότι αποτελεί υπερφυσική οντότητα. Η ποίηση είναι απρόσιτη ως αποκλειστικώς ανθρώπινη ιδιότητα· ο ίδιος ο άνθρωπος δεν καταφέρνει, παρά τις πολλαπλές και κορυφαίες προσεγγίσεις, να φτάσει στην απώτατη έκφρασή της, αδυνατώντας να εξαντλήσει, ακόμη και να οικειοποιηθεί εντελώς, μια αποκλειστική δική του ιδιότητα, το υπέρτατο σημείο της οποίας είναι πάντα πέραν του εκφραστικού σημείου στο οποίο ο ίδιος κάθε φορά φτάνει ασκώντας την.

Τα ποιήματα, μικρά ή μεγάλα, είναι αντίστοιχες κινήσεις προς αυτόν και ως προς αυτόν τον στόχο· όσο κι αν προσεγγίζεται αυτός, όσο κι αν δίνεται η εντύπωση με τα ποιήματα που γράφονται, ότι αυτά τον έχουν φτάσει και ότι, ενίοτε, τα ποιήματα είναι ο ίδιος ο στόχος, δηλαδή η ίδια η ποίηση, εντούτοις αυτή δεν έχει αγγιχτεί με τέτοιον τρόπο ώστε να πούμε ότι πέραν του σημείου εκείνου δεν υπάρχει άλλο τίποτε που δεν έχει ή δεν μένει απ’ αυτήν να αγγιχτεί. Την εντύπωση αυτή δίνουν κυρίως τα μεγάλα ποιήματα, εντύπωση που δεν απέχει μάλιστα καθόλου απ’ την κυρίαρχη βεβαιότητα ότι το απρόσιτο έχει γίνει προσιτό.

Οι Κατάλογοι 13-14. Πένθη, όπως και οι προηγούμενοι, είναι, στην κεντρική τους διάθεση, κινήσεις προς το απρόσιτο της ποίησης, κινήσεις που προπαντός αποκαλύπτουν την απόσταση που τις χωρίζει απ’ αυτό, και όπου δοκιμάζεται η ανεπάρκεια των εκφραστικών μέσων για να μειωθεί η απόσταση αυτή· συγχρόνως είναι κινήσεις όπου αποπειράται μια διά των λέξεων επιχείρηση προκειμένου να προκληθούν θεματικά όρια ήδη φτασμένα, αλλά και όρια καινοφανή, να θιγούν και πάλι περιοχές της ανθρώπινης τύχης, της πολλαπλής ανθρώπινης εμπειρίας, περιοχές που περιμένουν τις δυνατότητες της γλώσσας για να αναδειχθούν και οι οποίες, παρά τις προσεγγίσεις που έχουν ήδη επιτευχθεί, παραμένουν ακόμη ανεξάντλητες και αδιατύπωτες, ακόμη πρόσφορες για νέες απόπειρες.

Οι Κατάλογοι 13-14 αποτελούνται από δύο μέρη. Οι τίτλοι τους, αντίστοιχα, είναι Ηλιος και Μόρος, και συναποτελούν ενότητα υπό τον γενικό τίτλο Πένθη. Και στα δύο αυτά μέρη η αφετηρία είναι ο θάνατος· στο πρώτο, ένας θάνατος συλλογικός, στο δεύτερο, ένας ατομικός. Αυτοί οι δύο θάνατοι, έχοντας αποτελέσει, αμφότεροι, δημόσια και ιδιωτικά γεγονότα, διαθέτουν τα γνωρίσματα εκείνα που τα τοποθετούν στην τρέχουσα καθημερινότητα, στην εμπειρική πραγματικότητα, με ό,τι σημαίνει αυτό για μια συζήτηση σχετικά με το από πού πρέπει να ξεκινά ή να αντλεί το υλικό της η ποίηση: ενδέχεται να μην έχει σημασία η αφετηρία, αν και αυτό δεν είναι αυτονόητο ούτε κατακυρωμένο, έχει όμως κρισιμότατη σημασία το πόσο πέραν αυτής της αφετηρίας είμαστε ικανοί να οδηγήσουμε την ποιητική της απόδοση.

Το ίδιο το θέμα αυτών των Καταλόγων, ο θάνατος, ως πρωτόγονο αλλά και κοινότοπο υλικό, ως η πιο πραγματική πραγματικότητα, θέτει αυτομάτως την ίδια την ποιητική έκφρασή του σε δεινή δοκιμασία και την αναγκάζει, όσο εμπειρικό και καθημερινό κι αν είναι το ίδιο το θέμα, να κινείται στο σημείο όπου βρίσκεται κι αυτό, δηλαδή σε ένα όριο όπου θα πρέπει, εκείνο που λέγεται κι ο τρόπος με τον οποίο λέγεται, να συμπέσουν και να συνομιλήσουν· το ένα, ο θάνατος, το άλλο, η ποίηση, να συνδιαλεχθούν και να συνοδοιπορήσουν, όχι ως λέξεις αλλά με τις λέξεις, ώστε η ποίηση να βρεθεί εκεί όπου βρίσκεται ο θάνατος, ένας θάνατος όμως που δεν είναι μόνο το γεγονός ως γεγονός, αλλά ως αφετηρία απ’ όπου εκκινώντας η ποίηση προσπαθεί να προσεγγίσει το απρόσιτο.

Εκείνο που υποκινεί αυτήν τη διπλή κίνηση σ’ αυτούς τους Καταλόγους και συνιστά τον λόγο για τον οποίο γίνεται, είναι το πώς θα καταφέρει, εντέλει, η ίδια η ποίηση να φτάσει εκεί όπου δεν έχει φτάσει ακόμη, και συγχρόνως πώς θα δείξει, εξαντλώντας τα ίδια της τα μέσα, ότι αυτό που αποπειράται, είναι εντέλει ακατόρθωτο, ότι η απόπειρα, όσο κι αν έχει αναμετρηθεί με το ανέκφραστο προκειμένου να το πει, έχει αποτύχει και ότι θα χρειαστεί ν’ αρχίσει και πάλι την απόπειρα, ωσάν να μην την άρχισε ποτέ πριν.