Ὅσα δὲν βλέπουμε καὶ δὲν μαθαίνουμε σὲ ἕνα Μουσεῖο

image7178
Ὁ Εὐαγγελισμὸς ἐν τῷ οἴκῳ, Icon Gallery, Ohrid, Fyrom, 1300-1320. Φορητὴ εἰκόνα, 94.5x80.3ἑκ.

Πρὶν τέσσερα χρόνια περίπου ἕνας καλὸς φίλος καὶ συνεργάτης τῆς Ἰνδίκτου ὁ Ἰωάννης Κανέλλος εἴχε τὴν ἰδέα. Τὸ Ἵδρυμα Ὀρμύλια καὶ πιὸ συγκεκριμένα τὸ Διαγνωστικὸ Κέντρο Ἔργων Τέχνης, σὲ συνεργασία μὲ τὴν Ἴνδικτο, ὑλοποίησαν τὸ πρῶτο ἐν Ἐλλάδι Εἰκονικὸ Μουσεῖο. Τὸ ὄνομα αὐτοῦ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου.

Ἡ ἔννοια τοῦ εἰκονικοῦ μουσείου (virtual museum) ἔχει πιὰ ἀρχίσει νὰ μπαίνει στὸ λεξιλόγιό μας.
Παράγωγο κι αὐτὴ τῶν σύγχρονων ψηφιακῶν τεχνολογιῶν, παιδὶ ἴσως καλύτερα μιᾶς κοινωνίας ποὺ ἀναγνωρίζεται πιὰ ὡς κοινωνία τῆς ἐπικοινωνίας, τῆς πληροφορίας καὶ τῆς γνώσης, τὸ εἰκονικὸ μουσεῖο προσδιορίζει ἕνα σύνολο ἐφαρμογῶν ποὺ στοχεύουν νὰ μεταφέρουν, καμιὰ φορὰ μάλιστα καὶ νὰ ἐπεκτείνουν τὴν κλασικὴ ἔννοια τοῦ μουσείου στὴν διάσταση τοῦ παγκόσμιου ἱστοῦ. Εὔκολα καταλαβαίνει κανεὶς τὸ ἐνδιαφέρον ἀλλὰ καὶ τὴν χρησιμότητα τέτοιων προσπαθειῶν: ἀνετότερη διοίκηση τοῦ χρόνου καὶ τοῦ χώρου, εὔκολη πρόσβαση σὲ ἐκθεσιακὲς συλλογές, ἐκδημοκρατισμὸς τῆς πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς, προσαρμογὴ τοῦ ἐκτιθέμενου ὑλικοῦ σὲ διαφορετικὰ προφὶλ καὶ σκοποὺς ἐπίσκεψης, νέες μουσειακὲς ὑπηρεσίες κ.λπ. Καὶ βέβαια μιὰ νέα οἰκονομία βασισμένη στὰ διατιθέμενα περιεχόμενα.

A2.stavronikhta
Ἱερὰ Μονὴ Σταυρονικήτα, Ἅγιον Ὄρος

Πράγματι, κάνοντας ἕναν περίπατο στὸ διαδίκτυο, βρίσκει κανεὶς κιόλας ἕνα σημαντικὸ ἀριθμὸ ἐφαρμογῶν ποὺ αὐτονομάζονται «εἰκονικὰ μουσεῖα». Γρήγορα καταλαβαίνει κανεὶς τὴν ἔκταση ποὺ πῆρε μιὰ τέτοια ἔννοια, μιὰ ποὺ τόσο οἱ στόχοι ὅσο καὶ ἡ σύλληψη τοῦ κάθε τέτοιου μουσείου ἐξυπηρετοῦν συγκεκριμένες λογικὲς ἤδη ὑπαρχόντων μουσειακῶν ἱδρυμάτων, χωρὶς νὰ ἀνταποκρίνονται πάντοτε σὲ ἕνα πρότυπο, ἕναν ὁρισμό, ἢ μία χάρτα ἀπαιτήσεων. Τὶς περισσότερες φορές, ἕνα εἰκονικὸ μουσεῖο εἶναι ἡ ἁπλὴ μεταφορὰ στὸ διαδίκτυο ἑνὸς μέρους ἀπὸ τοὺς θησαυροὺς ποὺ ἐκθέτει σὲ πραγματικὸ χῶρο καὶ χρόνο ἕνα τυπικὸ μουσεῖο. Σπάνια βρίσκει κανεὶς ἐναλλακτικὲς προτάσεις εἰκονικοῦ μουσείου.

A2.ormylia
Ἱερὸν Κοινόβιον Εὐαγγελισμοῦ, Ὁρμύλια Χαλκιδικῆς

Σὲ μιὰ τέτοια, ἐναλλακτικὴ πρόταση στοχεύει τὸ μουσεῖο ποὺ ἵδρυσε ἡ Ἴνδικτος σὲ συνεργασία μὲ τὸ Ἵδρυμα Ὀρμύλια. Πρόκειται, ἀκριβῶς, γιὰ ἕνα θεματικὸ εἰκονικὸ μουσεῖο: «ἐκθέτει», μὲ ἄλλα λόγια, ἀντικείμενα ποὺ ἀναπτύσσουν ἕνα καὶ μόνο θέμα, συγκεκριμένα, τὸ θέμα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου. Ἐξ οὗ καὶ ὁ τίτλος του. Μελετώντας γόνιμες μεταφορὲς μιᾶς τυπικῆς ἐπίσκεψης σὲ ἕνα πραγματικὸ μουσεῖο, τὸ εἰκονικὸ μουσεῖο Ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου προτείνει πολυεπίπεδα σενάρια προκειμένου νὰ γνωρίσει ὁ ἐπισκέπτης τὸ θέμα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἔτσι ὅπως αὐτὸ ἐπεξεργάζεται καὶ ἀναπτύσσεται μέσα ἀπὸ τὴν βυζαντινὴ εἰκονογραφία. Τὸ ὑλικὸ ποὺ παραθέτει σὲ κάθε ἐπισκέπτη του, δὲν ἀνήκει σὲ κάποιο ἵδρυμα: προέρχεται ἀπὸ μιὰ συλλογὴ ἔργων ποὺ προέρχονται ἀπὸ διαφορετικοὺς τόπους καὶ ἱδρύματα, χωρὶς διάκριση σχολῶν, τεχνοτροπιῶν, τεχνικῶν καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἐπιδίωξη μιᾶς τέτοιας προσπάθειας εἶναι νὰ βοηθήσει τὸν κάθε χρήστη νὰ ἐμβαθύνει στὸ νόημα ἑνὸς τέτοιου θέματος, ποὺ διατρέχει τοὺς αἰῶνες καὶ τοὺς πολιτισμούς, ἀπασχολώντας πάντοτε τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν σχέση του μὲ τὴν μοῖρα του.

image19439
Dionisy the Russian, Ὁ Εὐαγγελισμὸς ἐν τῷ οἴκῳ: Γ΄ Οἶκος τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, Ferapontov Monastery, Vologda, Russia, 1502. Τοιχογραφία.

Περιδιαβαίνοντας τὰ ἔργα ποὺ διαθέτει τὸ μουσεῖο Ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου, ὁ ἐπισκέπτης μπορεῖ ἔτσι νὰ προσαρμόσει τὴν ἐπίσκεψή του κατὰ ἔργο ἢ σύνολο ἔργων σύμφωνα μὲ κάποια ἀπὸ αὐτὲς τὶς τοπικές, νὰ τὸ μελετήσει σὲ βάθος ἢ νὰ ἀρκεστεῖ σὲ κάποιες πληροφορίες, νὰ ἐντοπίσει τὸ ἐνδιαφέρον του σὲ συγκεκριμένες τοπικὲς κλπ. Τὸ μουσεῖο προσαρμόζεται καὶ σὲ διαφορετικὰ προφὶλ ἐπισκέπτου καὶ σὲ διαφορετικοὺς σκοποὺς ἐπίσκεψης. Ἂν καὶ ἡ ἑρμηνευτικὴ προσέγγιση ἀποτελεῖ τὸν τελικὸ σκοπὸ αὐτοῦ τοῦ μουσείου, μιὰ ποὺ ὅλα, σὲ μία γλῶσσα, προσφέρουν στὸ νόημα καὶ στὴν ἀνάδειξη τῆς σημασίας, τὸ μουσεῖο αὐτὸ δὲν ὑποχρεώνει τὸν ἐπισκέπτη: ἡ ὀργάνωσή του καὶ οἱ λειτουργίες πλοήγησης ποὺ παρέχει προτείνουν, δὲν ἀναγκάζουν. Τόσο ὁ ἐνδιαφερόμενος γιὰ τὰ τοπία τῆς ἱστορίας τῆς τέχνης ὅσο καὶ ὁ συντηρητὴς ἔργων τέχνης, τόσο ὁ ζωγράφος ὅσο καὶ ὁ θεολόγος θὰ βροῦν θέματα ἄξια τῆς προσοχῆς τους κατὰ τὸν τρόπο ποὺ ἀνταποκρίνεται στὶς πρακτικές τους.

Ἡ εἴσοδος στὸ Μουσεῖο εἶναι δωρεὰν, μπεῖτε καὶ θαυμάστε, πλοηγηθεῖτε στὶς εἰκόνες, δεῖτε τὶς ἀναλύσεις τῶν λεπτομερειῶν!

Μεταφράσεως Ἐγκώμιον

Πόσο κόπο καὶ πόσο μόχθο, πόση ἀγωνία καὶ πόσα χρόνια ἔχουν δαπανηθεῖ ἀπὸ τὴν Ἐλένη Μπακοπούλου καὶ τὴν ἀφεντιά μου γιὰ τὶς νέες μεταφράσεις τῶν ἔργων τοῦ Φ.Μ.Ντοστογιέφσκι. Καὶ πόσο ἀκόμα δρόμο ἔχουμε μπροστά μας γιὰ νὰ ὁλοκληρώσουμε, ἂν βεβαίως μᾶς δοθεῖ ὁ χρόνος, τὴν προσπάθεια.
Σὲ αὐτὸ τὸ μᾶλλον μοναχικὸ καὶ ἀτέλειωτο μονοπάτι ἔρχονται μὲ τὴν γενναιοδωρία τους κάποιοι φίλοι νὰ σοῦ κρατήσουν τὸ χέρι καὶ νὰ σοῦ δώσουν κουράγιο. Σήμερα Σάββατο 8 Αὐγούστου ὁ συγγραφέας Τάκης Θεοδωρόπουλος στὴν ἐφημ. Τὰ Νέα ἔγραψε:

DOST Ilithios Cover

Μεταφραστικό κατόρθωμα πρώτης γραμμής

Μέσα από τις μεταφράσεις του Αλεξάνδρου και τη δουλειά του στον Ντοστογιέφσκι, πήρα την πρώτη γεύση της μεγάλης λογοτεχνίας, την πρώτη μυρωδιά αληθινού μυθιστορήματος. Τον Ντοστογιέφσκι τον ξαναδιάβασα στα είκοσι πέντε μου, στα γαλλικά αυτή τη φορά, και ξανά στη μετάφραση του Αλεξάνδρου πριν από δέκα χρόνια. Χωρίς να πάψει να με γοητεύει το λογοτεχνικό ιδίωμα της δεκαετίας του πενήντα, με τις ακρότητες της δημοτικής, είχε αρχίσει να μου φαίνεται κάπως μακρινό.

Και τώρα ήρθε η δουλειά της Ελένης Μπακοπούλου- οι Δαιμονισμένοι πέρυσι και ο Ηλίθιος φέτος. Η μετάφρασή της είναι μια σημαντική λογοτεχνική κατάθεση στη δική μας γλώσσα. Το γεγονός ότι καταφέρνει να αποδώσει την προφορικότητα του Ντοστογιέφσκι χωρίς ούτε στιγμή ο λόγος να χάνει την πυκνότητά του χωρίς στιγμή χαλάρωσης πιστεύω πως είναι ένα πρώτης γραμμής κατόρθωμα. Πέρα από τη γοητεία του κειμένου, που καταφέρνει να το κάνει δικό μας, δείχνει πως η γλώσσα που μιλάμε, αυτήν που κακοποιούμε ακόμη και γράφοντας, δεν έχει χάσει τίποτε από το εκφραστικό της έρμα. Προσωπικά της χρωστώ ευγνωμοσύνη. Και περιμένω από τις Εκδόσεις Ίνδικτος τη συνέχεια. Ευτυχώς ο Ντοστογιέφσκι ήταν αναγκασμένος να βιοπορίζεται από τα κείμενά του και έχει γράψει μπόλικα.

ΟΝΕΙΡΟΥ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ

gr1_031Πριν δώδεκα μήνες ξεκίνησε στην Ίνδικτο η έκδοση των έργων του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Ήταν ένα όνειρο που σιγά-σιγά γίνονταν πραγματικότητα.

Πρώτος σταθμός Οι Δαιμονισμένοι. Ήταν 5 Νοεμβρίου 2007 που μοιραζόμουν μαζί σας τον ενθουσιασμό και την χαρά μου.

Ο χρόνος κύλησε οδηγώντας μας στον δεύτερο σταθμό.

Την περασμένη Πέμπτη Ο Ηλίθιος ήταν στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Την ίδια μέρα η Κατερίνα Ανέστη, από την LIFO, μου ζήτησε να κάνουμε μια συνέντευξη. Τα ερωτήματά της με βόηθησαν να πω ο,τι πραγματικά ήθελα να μοιραστώ με όλους τους φίλους και τους αναγνώστες της Ινδίκτου. Αντιγράφω λοιπόν αυτήν την συνέντευξη η οποία δημοσιεύεται στο σημερινό φύλλο της LIFO του αγαπητού Στάθη Τσαγκαρουσιάνου.

Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία-πρόκληση στην έκδοση αυτού του μνημειώδους μυθιστορήματος;

Η μετάφραση ξεκίνησε πριν από δύο περίπου χρόνια. Πρόκειται για το δεύτερο σταθμό ενός μακρινού ταξιδιού, το τέλος του οποίου δεν είναι ακόμη ορατό. Όπως γνωρίζετε, η απόφαση που πήραμε από κοινού με τη μεταφράστρια Ελένη Μπακοπούλου είναι να συνεχίσουμε μέχρι το τέλος. Ίσως αυτό να είναι και η μεγαλύτερη πρόκληση. Το συγγραφικό μέγεθος και ο όγκος του έργου του Ντοστογιέφσκι από τη μια, και ο χρόνος, ο δικός μου και της Ελένης, από την άλλη.

Αισθάνεσθε πως πέρα από αυτό καθαυτό το σημαντικό γεγονός της έκδοσης έπρεπε να «αναμετρηθείτε» και με την προηγούμενη μετάφραση και το μέγεθος του Άρη Αλεξάνδρου;

Οι μεταφράσεις του Αλεξάνδρου ήταν ένα επιπλέον μέγεθος που οφείλαμε να εκτιμήσουμε. Η ύπαρξή τους λειτούργησε ευεργετικά, καθώς επέβαλαν εξαρχής το μέτρο και τη σοβαρότητα του εγχειρήματος. Λέγεται πως η μετάφραση των κλασικών οφείλει να απασχολεί κάθε γενιά. Πόσω μάλλον του μέγιστου των κλασικών. Σαράντα και πλέον χρόνια μετά τις μεταφράσεις-ορόσημο του Αλεξάνδρου, η γλώσσα μας όφειλε να υποδεχτεί ξανά το μεγαλείο της παγκόσμιας λογοτεχνίας και να μετρηθεί. Η εργασία της Ελένης Μπακοπούλου πιστεύω πως δικαιώνει την προσπάθεια. Η μετάφρασή της είναι εξαιρετική, σύγχρονη και ταπεινή. Όσοι εκτίμησαν την εργασία της στους Δαιμονισμένους, είμαι σίγουρος πως θα ενθουσιαστούν με τον Ηλίθιο.

DOST Ilithios Cover

Γιατί επιλέξατε για το εξώφυλλο ένα στοπ-καρέ από την εμβληματική ταινία του Μπρεσόν Αu hazard Balthazar;

Το εξώφυλλο υπέδειξε ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, φίλος καλός και σπάνιος συνεργάτης. Η ταινία του Μπρεσόν παραπέμπει στον Ηλίθιο και στον πρίγκιπα Μίσκιν, με τον ίδιο μυστικό και άρρητο τρόπο που ο Ντοστογιέφσκι, χτίζοντας τον Μίσκιν, προσεύχεται στον Χριστό.

Πώς αποφασίσατε να ανοίξετε στην Ίνδικτο το κεφάλαιο «Ντοστογιέφκσι»;

Από την στιγμή της ιδρύσεως της Ινδίκτου, ίσως και πριν από αυτήν, ταυτόχρονα με τη μεγάλη μου αγάπη, σκεφτόμουν την αναγκαιότητα ύπαρξης νέων μεταφράσεων και νέων εκδόσεων των έργων του Φ. Ντοστογιέφσκι. Χρειάστηκα πάνω από δέκα χρόνια για να ανακαλύψω στο πρόσωπο της Ελένης Μπακοπούλου την κατάλληλη μεταφράστρια και συγχρόνως τον άνθρωπο που θα δεχόταν να μοιραστεί το όνειρό μου. Η συνέχεια, λοιπόν, του ονείρου θα είναι το Υπόγειο, που, πρώτα ο Θεός, θα κυκλοφορήσει τον Οκτώβριο του 2009. Μαζί, στην ίδια μορφή και σειρά, θα εκδοθούν και οι Αναμνήσεις από την Κολιμά του Βαρλαάμ Σαλάμωφ. Έτσι, σιγά σιγά, θα διευρύνουμε τον ντοστογιεφσκικό κύκλο, προς τέρψιν, ελπίζω, των αναγνωστών μας.

Πότε πρωτοδιαβάσατε τον Ηλίθιο;

Η πρώτη ανάγνωση είναι πολύ μακρινή. Στα τριάντα χρόνια που κύλησαν, έχουν προστεθεί σ’ αυτήν την πρώτη πάνω από δέκα επιπλέον αναγνώσεις του Ηλίθιου. Μου έκανε πάντα εντύπωση πως σε κάθε ανάγνωση, ακόμη και στη δέκατη, ανακάλυπτα κάτι καινούργιο, κάτι που έπαιρνα όρκο πως δεν υπήρχε σε όλες τις προηγούμενες. Και η αλήθεια είναι πως σε αυτά τα μεγάλα έργα ο αναγνώστης δοκιμάζει τα όριά του, εξερευνά τον ίδιο του τον εαυτό. Αυτό, εν ολίγοις, είναι το μεγαλείο του Ντοστογιέφσκι.

Υπάρχουν στον Ηλίθιο μηνύματα που επιθυμεί να απευθύνει ο Ντοστογιέφσκι;

Παρά το γεγονός πως ο Ντοστογιέφσκι υπήρξε θερμός ιδεολόγος, τα μυθιστορήματά του δεν κρύβουν μηνύματα. Τολμώ να πω πως ο Ντοστογιέφσκι δεν κουβαλά καμιά βεβαιότητα, καμιά πίστη. Αντιθέτως, καίγεται από την αβεβαιότητα και την απιστία. Ο τρόπος του είναι πάντοτε πλάγιος – ποτέ ευθύς και απόλυτος. Διακρίνει κάθε χαραμάδα της ανθρώπινης ψυχής, φωτίζοντάς την. Η ιδέα του Ντοστογιέφσκι για τον Ηλίθιο ήταν να απεικονίσει, στο πρόσωπο του πρίγκιπα Μίσκιν, τον απόλυτα καλό άνθρωπο. Αποστολή του Μίσκιν είναι να «αναστήσει τον άνθρωπο». Αυτόν, λοιπόν, τον άνθρωπο μας τον παρουσιάζει επιληπτικό, τρελό, αφελή, σαν από άλλο κόσμο, που η παραγματική ζωή εν τέλει τον υπερβαίνει. Θα έλεγε κανείς πως, μαζί με τον Μίσκιν, αποτυγχάνει κι ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκι. Το συγκλονιστικό είναι πως η αποτυχία είναι συνειδητή, με την ελπίδα, εντούτοις, να παραμένει άσβεστη.

Ο Μίσκιν είναι από τους πλέον αριστοτεχνικά γραμμένους ήρωες της λογοτεχνίας. Με ποιους άλλους ήρωες θα τον συγκρίνατε;

Στον Ηλίθιο, ίσως περισσότερο απ’ ό,τι σε οποιοδήποτε άλλο έργο του, ο Ντοστογιέφσκι έβαλε έντονη τη σφραγίδα των πνευματικών και φιλοσοφικών του ανησυχιών, του συναισθηματικού του κόσμου, των καταλυτικών προσωπικών βιωμάτων του. Θέμα του: το Καλό, μέσα από την απεικόνιση του «απόλυτα καλού ανθρώπου» και της συνυφασμένης μ’ αυτό έννοιας της «αγάπης». Ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκι ομολογεί σε μια επιστολή του πως «δεν υπάρχει τίποτε δυσκολότερο από αυτό στον κόσμο». Η σύγκριση που μου ζητάτε με οδηγεί μόνο στο Κονσέρτο για πιάνο, αρ. 3 του Σ. Ραχμάνινωφ και στον Αντρέι Ρουμπλιώφ του Αν. Ταρκόφσκι.

Πώς τα μοτίβα των κεντρικών φιγούρων του Ντοστογιέφσκι κατορθώνουν σήμερα να είναι όχι επίκαιρα αλλά πρόσωπα πραγματικά, αναγνώσιμα και αναγνωρίσιμα δίπλα μας;

Είναι ακριβώς όπως το λέτε. Πραγματικά, αναγνώσιμα και αναγνωρίσιμα. Γιατί, ακριβώς, ο Ντοστογιέφσκι πλάθει τα μυθιστορήματά του και τους ήρωές του ως άλλος «δημιουργός», χαρίζοντάς τους πνοή ζωής. Κάθε ήρωας του Ντοστογιέφσκι ζει, αναπνέει, αισθάνεται. Γι’ αυτό και στις σελίδες των μυθιστορημάτων του κυλά αίμα ζεστό.

Σε τι τιράζ βγήκε ο Ηλίθιος; Τι σας δείχνει (εμπορικά) η προηγούμενη εμπειρία των Δαιμονισμένων;

Η πρώτη έκδοση του Ηλίθιου κυκλοφόρησε σε 4.000 αντίτυπα. Εύχομαι μέχρι τα Χριστούγεννα να έχουν φτάσει όλα στα χέρια των αναγνωστών. Οι Δαιμονισμένοι κυκλοφόρησαν σε 3.000 και πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε η 2η έκδοση.

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Για καιρό επικρατούσε σιωπή.

Τα ερεθίσματα για να την σπάσω πολλά. Διάλεξα όμως να βυθιστώ στην δουλειά. Αποτέλεσμα, για τους φίλους που με αναζητούσαν και ρωτούσαν, ο νέος Κατάλογος της Ινδίκτου που παρουσιάζει το εκδοτικό της πρόγραμμα έως τα τέλη του 2008.

Περιμένω σχόλια!

Παρακαλώ να μην παρεξηγηθεί ο τίτλος του post.

Είναι μια πλάγια αναφορά, που βολεύει βεβαίως και για τίτλος, στην Εξαιρετική ταινία του Αντρέι Ζβάγκιντσεφ Η Επιστροφή.

Την ταινία του Ζβάγκιντσεφ την είδα μόλις κυκλοφόρησε, το 2003. Ήταν κι αυτή μια επιβεβαίωση τού γιατί αρκετά χρόνια τώρα, πάω σινεμά, μόνο όταν ακούω να μιλούν για ρώσο σκηνοθέτη.

Μιά ρώσικη ταινία λοιπόν, από ένα ρώσο σκηνοθέτη στα χνάρια του συνονόματου Αντρέι Ταρκόφσκι.

Η Επιστροφή είναι ταινία που χρησιμοποιεί ελάχιστα μέσα, αλλά το καλλιτεχνικό και πνευματικό αποτέλεσμα είναι μέγιστο.

Τρεις ηθοποιοί, εξωτερικά τραβήγματα, κλασικό και παμπάλαιο θέμα -η σχέση Πατέρα, Υιού- τίποτα, μα τίποτα πρωτότυπο ή εντυπωσιακό.

Συγχρόνως όμως βαθειά γνώση του μέσου, των δυνατοτήτων του αλλά και των περιορισμών που αυτό υποβάλει, εξαιρετική φωτογραφία, σωστά κάδρα, μοναδική και λιτή σκηνοθεσία.

Τριάντα και πλέον χρόνια πίσω, από το 1972 έως το 1974, ό μαθητής του Κόντογλου, Ράλλης Κοψίδης -ποιητής μέγας, που ξεπερνούσε τότε τον δάσκαλο- εξέδιδε ένα περιοδικό υπό τον τίτλο «Κάνιστρο».

Το πιάνω στα χέρια μου νοσταλγώντας τα χρόνια της φτωχής, πλην τίμιας, μονοτυπίας.

Χειροποίητο, με συγκινητική ευαισθησία και μοναδικό συγγραφέα-δημιουργό, τον ίδιο τον Κοψίδη.

Σε ένα από τα τεύχη του Κάνιστρου δημοσιεύονται τα, κατά Κοψίδη, Επτά Θανάσιμα Αμαρτήματα της Ζωγραφικής. Τα καταγράφω όπως τα θυμάμαι :

Η τέλεια αφαίρεση, η πιστή αντιγραφή της φύσεως, το κακό σχέδιο, το κακό χρώμα, η έλλειψη προσωπικού ύφους, το κυνήγι της πρωτοτυπίας και τελευταία, κυρία μου, έρχεται η κορνίζα του έργου.

Τι μου ήρθε και τα θυμήθηκα όλα τούτα.

Να, από την επιστροφή μου, πήγα στην Επιστροφή του Ζβάγκιντσεφ, και από τον Ζβάγκιντσεφ και την λιτή ,καθαρή ματιά του, την χωρίς καμμιάν πρωτοτυπία, έφτασα στον Ράλλη Κοψίδη και τα Αμαρτήματά του.

Όλα δε τούτα, τούτην την στιγμή, δεν με οδηγούν πουθενά αλλού παρά στον Π.Ι.

Η δικιά του σιωπή, η δικιά του σκιά, πέφτει όσο περνά ο χρόνος όλο και πιο βαριά πάνω μου.

ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Εδώ και λίγες βδομάδες κυκλοφόρησαν από την Ίνδικτο τα Μικρά Βασίλεια της Ανθής Λεούση.

Επιλέγω ένα ποίημα αντίδωρο στους φίλους που επιμένουν να διαβάζουν και να αγαπούν την ποίηση.

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΜΗΝΙΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ

Στην κατοχή μου έχω:

1. Κεντίδια ψιλοβελονιά μη βρέξει και μη στάξει
σε γυαλιστερή μαύρη κασέλα

2. Στον αχυρώνα δρεπάνια κοφτερά.

3. Για τα παραπανίσια στόματα
φέτες πορτοκαλιών και γλυκολέμονων στο ντουλάπι.

4. Πάντα νωπό ανθότυρο μόλις βγαλμένο
από μια στάνη στον Αττάβυρο.

5. Έναν μαγνήτη ολοστρόγγυλο σαν πρόσωπο ακριβό
στη βράχινη κορφή του Σάου
πάνω από τα σγουρά στεφάνια του τσαγιού.

6. Αγριοαχιβάδες από της Υπατίας το διάβα.

7. Ένα και μόνο γυμνό μάγουλο
μες στο μελάνι φυλαγμένο στην ψευτοσοφίτα.

8. Πολλή άνοστη ομίχλη – πολύ νόστιμο καπνό.

9. Μία παντού κρυμμένη σχεδόν αδιάκοπη ευχή – Καλό ξημέρωμα
μες σε κρινώδη ακίνητα πυκνά λευκά
σαν και του Νικηφόρου Λύτρα και του Παπαλουκά.
Έχω επίσης:

Έναν γραφικό χαρακτήρα φεγγαρίσιο – κρυπτοηλιακό.

Πολλές φορές ένα ίσον κανένα.

Γι’ αυτό αλλά και γιατί ο Χρήστος πρέπει να απαντήσει κρίνοντας, ιδού και ένα δεύτερο δείγμα από τα Μικρά Βασίλεια.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΤΡΙΔΑ

Να που δεν νιώθω αυτό που λεν: να νιώθεις ξένος –

τα ζούδια και τα έντομα που αιωρούνται ασάλευτα

στη μαγεμένη πιο θερμή νύχτα του χρόνου,

το κάθε ζώο και το πουλί – η Αλεπού

η φιλενάδα των τριών Σκοπιωρών στα τρία ψηλώματα της Σαλαμίνας,

ακόμα και η κοριτσίστικη κοαστική φωνή της βραδινής νανομουγκάνας –

όλα καλά φτιαγμένα – και στην ώρα τους

και πάλι με την ώρα τους χαλασμένα –

όλα καλά ειπωμένα – και στην ώρα τους

και πάλι με την ώρα τους βουβά –

το κάθε σπίτι η αποθήκη και το όχημα, των δίκαιων οι επίμονοι υπολογισμοί,

το γέλιο μιας ναϊάδας ανοστούτσικης που βράδιασε αφηρημένη –

ανθρώπινο τίποτα δεν μου είναι ανοίκειο –

κι από τα δύσβατα όπου φυτρώνει – τίποτα

– θα έπαιρνα όρκο απόψε – που να μην είναι αγαπητό:

Σαν μονοκόμματο βαρύ γλυπτό – σαν ίσκιος που πατά κάποιον ηλιόλουστο ύπνο –

το κάθε τι το κάθε τι θέλει την τέχνη του και την πανούργα υπομονή –

υπομονή θνητή, που με αποτυχία τρέφει το τρομερό της θέλημα.

Η Ανθή Λεούση είναι φιλόλογος˙ δίδαξε σε φροντιστήρια, γυμνάσια και λύκεια στο Κιλκίς, στη Νίσυρο, στη Θεσσαλονίκη, στην Τήνο, στην Αίγινα, στη Χαλκίδα -και συνεχίζει να διδάσκει.
Το 1992 δημοσίευσε την ποιητική συλλογή Το φως της ημέρας (Συνέχεια). Μετέφρασε την Αντιγόνη του Σοφοκλή (Θεσσαλονίκη 1982), Στο δικαστήριο του πατέρα μου και τις Ιστορίες για παιδιά του Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ (Εστία), τις Μυθολογίες του χειμώνα του Πιέρ Μισόν, το Μπαλκόνι στο δάσος του Ζυλιέν Γκρακ και τα Ημερολόγια και γράμματα της Καίτε Κόλλβιτς (Ίνδικτος). Ποιήματά της δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Εντευκτήριο, Νέα Εστία, Νεφούρια –μικρές μελέτες της στα περιοδικά Αντί και Παπαδιαμαντικά Τετράδια. Μετέφρασε επίσης Έξι λαϊκά τραγούδια από τα βρεττανικά νησιά (περοδικό Πλανόδιον), ποιήματα των Τόμας Χάρντυ, Τζέραρντ Μάνλεϋ Χόπκινς (Το ναυάγιο του Ντόυτσλαντ) και το Τρεμολίνο του Τζόζεφ Κόνραντ (περιοδικό Εκηβόλος), καθώς και ποιήματα του Ανδρέα Κρύφϊου και του Ρόμπερτ Μπράουνινγκ (περιοδικό Νέα Εστία).
Τον Μάιο του 2008 εκδόθηκε η ποιητική της συλλογή Μικρά βασίλεια (Ίνδικτος).

Ο ΚΥΒΟΣ ΕΡΡΙΦΘΗ

Την περασμένη Πέμπτη σύσσωμη η ομάδα του περιοδικού Ίνδικτος απάντησε στο δίλλημα.
Η ζωή του περιοδικού έφτασε στο τέλος της. Τώρα όλοι μας οφείλουμε σ’ αυτό το καλοτάξιδο σκαρί, που μας χάρισε τα πιο όμορφα ταξίδια, ένα αξιοπρεπές απάγγιο.

Θα κυκλοφορήσει ακόμα ένα τεύχος που μέλει να είναι και το τελευταίο. Αυτό το τελευταίο τεύχος θα είναι αφιερωμένο στην μνήμη του Πέρη Ιερεμιάδη και καλούνται όλοι οι κατά καιρούς συνεργάτες και φίλοι του περιοδικού να συνδράμουν στο κτίσιμό του. Η ύλη θα κλείσει τέλη Ιουνίου και το τεύχος θα κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβριο.
Υλικά μόνο πρώτης τάξεως, καθώς αυτό το κύκνειο άσμα, οφείλει να είναι το μελωδικότερο και ομορφότερο όλων όσων ακούστηκαν από την μπάντα της Ινδίκτου.
Να σαν αυτό που μου έστειλε ο Ξενοφών Κομνηνός, φίλος και συνεργάτης από τους λίγους.

Kαθ’ οδόν

Στους αγαπημένους συνεκδήμους, ζώντας και τεθνεώτας.

Και ήσαν πορευόμενοι εις κώμην η όνομα Εμμαούς.

Εν δε τω πορεύεσθαι εγένετο αυτόν εγγίζειν τη Δαμασκώ.

Βλέπεις ανθρώπους να βαδίζουν στον δρόμο σκυφτοί, με τα παπούτσια τους να κυνηγάνε το βλέμμα τους. Άλλοι, πάλι, οι περισσότεροι ίσως, πάνε με την ματιά τους ευθύβολη, κλειδωμένη στον άδηλο στόχο τους, αναπαυμένη στο ασφαλές εκείνο σημείο μηδέν που αποφεύγει τον ίλιγγο τόσο του βάθους όσο και του ύψους. Μετρημένοι στα δάχτυλα τέλος είναι εκείνοι που έχουν το βλέμμα αμολημένο σε κείνη την μετέωρη δυνατότητα των απρόσμενων συναντήσεων.

Οι δρόμοι, πράγματι, λένε τόσο πολλά για τους ανθρώπους. Λες και το ύψος του βλέμματός τους προδίδει το ανάπτυγμα του εαυτού τους. Ο περίκλειστος στο καβούκι του κοιτάζει συνήθως το πεζοδρόμιο. Ο ταγμένος στον σκοπό του κοιτάζει μόνο ίσια μπροστά, με το καβούκι του οικονομικά ανοιγμένο ίσα ίσα για τις ανάγκες που υπηρετούν τον στόχο του. Όσο για κείνους με το λυτό στα ύψη βλέμμα, λες και βγήκαν στον δρόμο για να παραδοθούν στον υπέρτατο εκείνο κίνδυνο, στην εμπιστοσύνη, αφήνοντας έστω και για λίγο πίσω τους τον εαυτό τους σαν άχρηστο καυκί.

Δεν είναι απλό να βλέπει κανείς. Οι δρόμοι μάς το μαθαίνουν. Περπατάς σ’ έναν δρόμο χιλιοπερπατημένο και ξάφνου το βλέμμα σου ξεφεύγει λίγο ψηλώτερα και ω του θαύματος δεν ξέρεις πού βρίσκεσαι. Είναι σαν ν’ αντικρίζεις τούτον τον δρόμο για πρώτη φορά. Τούτη η πρόσοψη ήταν τόσα χρόνια εδώ; αναρωτιέσαι. Σάμπως η ευθεία του καθημερινού σου βλέμματος να τέμνει τον κόσμο στα δύο.

Για τους περισσότερους από εμάς, τους ανθρώπους των ταγμένων σκοπών, οι δρόμοι κατά κανόνα οδηγούν από τον ένα κλειστό χώρο στον άλλο. Τείνουμε να βλέπουμε μόνο αυτό στο οποίο αποβλέπουμε σε μια στενή λουρίδα του χρόνου και η πεπατημένη οδός μάς πάει εκεί κουμπωμένους και εφτασφράγιστους. O ταγμένος σκοπός είχε ανέκαθεν μια ταραγμένη σχέση με τα μέσα, στην ουσία σιχαίνεται τον δρόμο που οδηγεί σ’ αυτόν. Αν ήταν στο χέρι του θα καταργούσε όλους τους δρόμους. Κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία αρκείται στην όσο το δυνατόν συντόμευσή τους. Γιατί οι δρόμοι διασχίζουν κατ’ ανάγκην το ανοιχτό, και κάθε ανοιχτό ενέχει το ρίσκο μιας ανατρεπτικής συνάντησης. Οι δρόμοι ενέχουν ειρωνικά από την φύση τους την μόνιμη πρόκληση της παρέκκλισης (που την συγχωρούμε σε ασθενείς, οδοιπόρους και άλλους του δρόμου), συνομωτούν κρυφά με την άνοιξη του χρόνου και τις φυγές του και άρα με το ανοικονόμητο και το ανέλπιστο, το δωρεάν. Άγουν, βέβαια, τους σκοπούς, αλλά κρύβουν και ληστές που απάγουν ενίοτε το κομπόδεμά μας ή ακόμη και την ζωή μας. Ίσως να μην είναι τυχαίο ότι οι δρόμοι έχουν διανοίξει οφθαλμούς, έχουν γεννήσει πρωτόφαντες ιδέες, ερωτικές λαχτάρες για την άπιαστη ομορφιά, έχουν εμπνεύσει εξαίσιους στίχους, φονικά και απάτες, μουσικές φράσεις και μυθιστορήματα, έχουν αναπαύσει τυραννισμένες καρδιές και κεφαλές, έχουν σφραγίσει ή ανατρέψει κρίσιμες αποφάσεις, έχουν στεγάσει αποστόλους και μεγάλους αμαρτωλούς, δια Χριστόν σαλούς, street dancers και άλλους απλώς καλοκάγαθους. Ποιος ξέρει, ίσως οι δρόμοι να αναβάλλουν επ’ αόριστον την σύγκλειση των κλειστών χώρων, τον εφιάλτη μιας απόλυτης συμπάγειας των σκοπών, κρατώντας με τα δόντια ανοιχτό τον ελάχιστο εκείνο υπερ-βατικό τόπο και χρόνο που απαιτείται για να πλανηθεί άσκοπα ένα βλέμμα.

ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΑ ΤΕΙΧΗ

Μην διαβάζεις σαν παιδί, για να διασκεδάζεις, ούτε σαν τους φιλόδοξους, για να μορφωθείς. Διάβαζε για να ζήσεις.
Δεν συνηθίζω να διαλέγω από τους τίτλους της Ινδίκτου. Είναι προφανώς όλα τα κείμενα επιλογές μου και κατ’ επέκτασιν βιβλία που προτείνω σε όλους τους αναγνώστες.
Το βιβλίο του Σωτήρη Χαλικιά Πριν και μετά τα Τείχη, ανήκει στις εξαιρέσεις αυτού του κανόνα.

Το διαλέγω και το προτείνω ανεπιφύλακτα σε όλους!

Κείμενο που σε κάθε λέξη, κάθε παράγραφο, κάθε σελίδα του, ο αναγνώστης θα αντικρίσει την αλήθεια ενός ανθρώπου, την αλήθεια μιας γενιάς.
Η γνωριμία και η σχέση με ανθρώπους σαν τον Σωτήρη είναι από τα τυχερά του επαγγέλματος. Ίσως δε να είναι αυτοί οι άνθρωποι που σε κρατούν και σου δίνουν κουράγιο να συνεχίσεις.
Δόξα τω Θεώ, ο Σωτήρης δεν είναι ο μόνος και γι’ αυτό παράπονο δεν έχω!

Αντλώ από το κείμενο του Σ. Χαλικιά ένα απόσπασμα, όχι αντιπροσωπευτικό, μα κατάλληλο για να προχωρήσω και σε μιαν ακόμη πρόταση.
Αυτή η δεύτερη πρόταση είναι για τους Θεσσαλονικείς φίλους, πρωτίστως δε για τον Σωσία μου, που κατοικοεδρεύει κάπου εκεί γύρω. Κάποια στιγμή θα αναφερθώ και σ’ αυτόν τον σωσία εκτενέστερα.

Την Δευτέρα, λοιπόν, 7 Απριλίου στις 21.00 το βράδυ, στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών στην Θεσσαλονίκη στο πλαίσιο των παράλληλων εκδηλώσεων της έκθεσης «Picasso, Suite 347», διοργανώνεται Ποιητικό Αναλόγιο με κείμενα του Πικάσο και για τον Πικάσο.
Στους χώρους του Ιδρύματος παρουσιάζονται και χαρακτικά του σπουδαίου Ισπανού. Για τα κείμενα δεν ξέρω, μα τα χαρακτικά είναι εξαιρετικά! Τυπώθηκε και κατάλογος για τους μερακλήδες.
Ο Πικάσο υπήρξε η προσωποποίηση της λέξεως Δημιουργός. Το παρακάτω δε απόσπασμα του Σωτήρη Χαλικιά είναι χαρακτηριστικό.
Στην οθόνη της τηλεόρασης, το πρόσωπο του Πικασσό σε γκρό πλάν. Τα φρύδια του σμίγουν, η ματιά του συγκεντρώνεται σ ένα σημείο. Ύστερα η κάμερα απομακρύνεται σιγά σιγά. Βλέπουμε λοιπόν ότι είναι καθισμένος σε μια καρέκλα και παρατηρεί από κάποια απόσταση έναν πίνακα που φαίνεται να έχει μόλις αρχίσει. Μένει καθιστός για λίγο ακόμη, ενώ η κάμερα, ολοκληρώνοντας την υποχώρησή της παρουσιάζει τώρα τον χώρο του ατελιέ. Η εικόνα κάπως σκοτεινή, οι τοίχοι γκρίζοι. Ξανά το πρόσωπο του ζωγράφου σε γκρό πλάν. Η ίδια ένταση στην ματιά, η ίδια συγκέντρωση στον πίνακα. Η κάμερα δεν υπάρχει γι αυτόν, τίποτα δεν υπάρχει γι αυτόν, εκτός από εκείνες τις πρώτες γραμμές και τις άλλες που συνωστίζονται μέσα του. Σηκώνεται από την καρέκλα – πρέπει κι εκεί νάκανε ζέστη γιατί φοράει μόνο ένα φανελάκι και κοντά παντελόνια – πλησιάζει το καβαλέτο και τραβάει δύο νέες γραμμές. Στέκει δίπλα στον πίνακα σκεφτικός, γκρό πλάν πάλι το πρόσωπό του, κι ύστερα σα να βρήκε αυτό που έψαχνε αρχίζει με φρενίτιδα τις πινελιές χωρίς πλέον την παραμικρή διακοπή…

Έξω βρέχει από το πρωί. Φεύγω για ξενύχτι και Σύσσημον…