pasxa-2009a

julian

Ερχόταν από το φώς και πήγαινε σ’  ένα φώς μεγαλύτερο
όλο χαρά ήταν το κελλί του.
Πού χάθηκε, τό πλάσμα τό φωτεινό, ο ακτινοβόλος τής αγάπης;

Και γιατί οι φτωχοί που δεν έχουν παρά μόνο τήν ελπίδα  να τους οδηγεί
δεν βλέπουν πιά το φανό του πέρα μέσα στή νύχτα;

Είθε να υψωνόταν μες στο λυκόφως τους
εκείνος, ο εσπερινός αστέρας τής μεγάλης ένδειας.

[Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Το Βιβλίο της Φτώχειας και του Θανάτου, μετ. Βασ. Παπαγεωργίου]

Ο Ράινε Μαρία Ρίλκε γεννήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου του 1875 στην Πράγα και τα παιδικά του χρόνια χαρακτηρίστηκαν από κακουχίες. Ο πατέρας του, Josef Rilke (1838-1906), έγινε ανώτερος υπάλληλος σιδηροδρόμου μετά από μια ανεπιτυχή στρατιωτική σταδιοδρομία. Η μητέρα του, Sophie («Phia») Entz (1851-1931), καταγόταν από μια ευκατάστατη οικογένεια βιομηχάνων της Πράγας, τους Entz-Kinzelbergers, οι οποίοι κατοικούσαν σε ένα παλάτι στην οδό Herrengasse (Panská) 8, όπου ο μικρός Ρίλκε μεγάλωσε. Ο γάμος των γονέων του έγινε το 1884. Η σχέση μεταξύ της Phia και του μοναδικού γιου της χαρακτηρίστηκε από το παρατεταμένο πένθος της για την μεγαλύτερη κόρη της. Οι γονείς του τον πίεσαν για την είσοδο του στη στρατιωτική ακαδημία, στην οποία φοίτησε από το 1886 μέχρι το 1891, όταν έφυγε λόγω ασθένειας. Από το 1892 έως το 1895 σπούδασε λογοτεχνία, ιστορία της τέχνης, και φιλοσοφία στην Πράγα και το Μόναχο.

Το 1892 άρχισε να συμμετέχει σε φιλολογικούς κύκλους της Πράγας. Την εποχή αυτή χρονολογούνται και οι πρώτες ποιητικές συλλογές του. Το 1899 και το 1900 ταξίδευσε στη Ρωσία και συνάντησε τον Λέοντα Τολστόι. Την εποχή αυτή έγραψε Το τραγούδι της αγάπης και του θανάτου του σημαιοφόρου Χριστόφορου Ρίλκε. Έγινε γραμματέας του Ροντέν από το 1905 μέχρι το 1906. Αφού διακόπηκε η σχέση του με το διάσημο γλύπτη, ταξίδευσε στη Γερμανία και στην Ιταλία, στο ίδιο διάστημα που συνέθεσε το Βιβλίο των ωρών και τα Νέα ποιήματα, στα οποία διαφαίνεται μια μεταφυσική ανησυχία, μπροστά στο μυστήριο της δημιουργίας και του σύμπαντος. Το 1910 ο Ρίλκε ταξίδευσε στη Δαλματία, στη Βόρεια Αφρική και στην Αίγυπτο. Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εγκαταστάθηκε στο Μόναχο. Τότε δημοσίευσε και τα αριστουργήματά του, Ελεγείες του Ντουίνο και Ορφικά σονέτα. Με τα δύο αυτά έργα ο Ρίλκε έφθασε στο αποκορύφωμα του ποιητικού του έργου. Το 1929 δημοσιεύθηκε το πολύ ενδιαφέρον έργο του, που διαβάστηκε κι αγαπήθηκε ιδιαίτερα από τους νέους, Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή. Η πλούσια αλληλογραφία του Ρίλκε περιέχει πολύτιμες πληροφορίες για το έργο του. Πέθανε στις 29 Δεκεμβρίου του 1929.

chris0111

[Τζιότο, 1304, Καπέλλα Τζοβεράνι, Πάδοβα.]

Χριστούγεννα πρωτούγεννα, τώρα Χριστός γεννάται,
γεννάται κι ανατρέφεται με μέλιν και με γάλα.

Το μέλιν τρων οι άρχοντες και το κερίν οι άγιοι,
και το μελλισοβότανον το τρων’ οι αρχοντάδες.

Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ την πόλη,
οι ουρανοί αγάλλονται χαίρει η κτίσης όλη.

Εν τω σπηλαίω τίκτεται, εν φάτνη των αλόγων,
ο βασιλεύς των ουρανών και ποιητής των όλων.

Ιδού όπου σας είπαμεν με πάσαν προθυμίαν,
του Ιησού μας του Χριστού γέννησιν την αγίαν.

Δότε κι εμάς τον κόπον μας, οτ’ είναι ορισμός σας,
και ο Χριστός μας πάντοτε να είναι βοηθός σας.

Αν είστε απ’ τους πλούσιους φλωριά μην τα λυπάστε,
αν είστε απ’ τους δεύτερους ξηντάρες και ζολότες,
κι αν είστε απ’ τους πάμπτωχους ένα ξευγάρι κότες.

Και σας καληνυχτίζομεν, πέστε να κοιμηθείτε,
ολίγον ύπνον πάρετε, πάλι να σηκωθείτε.

Στην εκκλησιά να τρέξετε με άκραν προθυμίαν,
και του Θεού ν’ ακούσετε την Θείαν Λειτουργίαν.

Χρόνους πολλούς να χαίρεστε, να είστ’ ευτυχισμένοι,
σωματικά και ψυχικά να είστε πλουτισμένοι
.

[Κάλαντα από την Χίο]

cf80cebfcf81cf88ap_greece_riot_081209_ssh

par30354

Διάβασα σήμερα Κυριακή, τέλος του Νοέμβρη, το κείμενο του Νίκου Ξυδάκη στην εφ. Καθημερινή.

Δεν θέλω να το μαγαρίσω γι’ αυτό και το αναδημοσιεύω χωρίς σχόλια:

Η εις κόσμον κάθοδος του πατέρα Εφραίμ

Tου Νικου Γ. Ξυδακη

Η επικείμενη παραίτηση του αρχιμανδρίτη Εφραίμ, ηγουμένου της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου, μετά τη συνάντησή του με τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίο, πνευματικό επόπτη του Αγίου Ορους, είναι μια δραματική, καίτοι αναμενόμενη, πράξη· κορυφαίο επεισόδιο στο ντοστογιεφσκικό δράμα που ξετυλίγεται εδώ και καιρό.

Ο π. Εφραίμ είναι ο αδιαφιλονίκητος πρωταγωνιστής του δράματος. Είναι ο άνθρωπος που έδωσε όρκο ακτημοσύνης και ταπείνωσης, που έλαβε το αγγελικό σχήμα του μοναχού, και ως μοναχός προσευχήθηκε, τυραννίστηκε, υψώθηκε, ταπεινώθηκε, εξουσίασε, περηφανεύτηκε, ξεγελάστηκε, ξεγέλασε, συναλλάχτηκε, αμάρτησε, συντρίφτηκε.

Τώρα, αυτός ο μοναχός, ο ταμένος στην προσευχή, τη νηστεία, την αγρυπνία και την υπακοή, σύρεται από την ερημία του ενώπιον του πλήθους, δικάζεται νυχθημερόν από τα μήντια, λογοδοτεί στην κοσμική εξουσία, λιθοβολείται και σταυρώνεται. Γιατί; Δεν μπορούμε να τον δικάσουμε εμείς, ο σκληρότερος δικαστής είναι η συνείδησή του, τα μάτια των αδελφών του μοναχών στο Βατοπέδι και στο Ορος. Ομως τολμώ να πω: λιθοβολείται διότι ξέχασε ότι είναι μοναχός, ξέχασε τους βαρείς όρκους του, ξέχασε την ταπείνωση και την υπακοή, μέθυσε με την εξουσία που του έδιναν το χρήμα και οι διασυνδέσεις, ο συναγελασμός με τις πολιτικές και επιχειρηματικές ελίτ. Μέθυσε, παραφέρθηκε, έγινε άλλος· ο Συναξαριστής θα περιέγραφε: κατελήφθη από ακάθαρτο πνεύμα. Πράγματι, όπως οι δαίμονες πειράζουν τους αθλητές της αρετής στην έρημο, έτσι κι εδώ: ο μοναχός εξήλθε στην κοσμική έρημο, στην έρημο του χρήματος και της εξουσίας, στις πίστες του power game, κι εκεί η εξάρτυσή του απεδείχθη ανύπαρκτη.

Κατελήφθη ολοσχερώς από τον κόσμο. Ποιον κόσμο; Οχι τον κόσμο των τυραννισμένων, των απόκληρων, των αγωνιστών, των ονειροπόλων, των αγαπώντων και καρποφορούντων και κοπιώντων και ψαλλόντων – αλλά από τον κόσμο των άπληστων και των αλαζόνων, τον κόσμο των πολιτικών ελαστικής συνείδησης, τον κόσμο των πλουσίων που εξαγοράζουν ανομήματα με δωρεές. Σε αυτό το πεδίο τούς κανόνες δεν τους ορίζει ο μοναχός, αλλά ο δικολάβος, ο οικονομοτεχνικός σύμβουλος, ο διαχειριστής της off shore, ο μιλημένος κρατικός λειτουργός, ο οπισθόβουλος πολιτικός, ο ευλαβούμενος μπίζνεσμαν. Σε αυτό το πεδίο ο μοναχός θα χάσει, όσο κι αν παριστάνει τον έξυπνο, όσο έξυπνος κι αν είναι: δεν χάνει χρήματα, αλλά χάνει την ψυχή του, την αυτοεκτίμηση, την πίστη των αδελφών του. Αυτό έχασε ο π. Εφραίμ.

Ο Εφραίμ βούλιαξε στη συγχρονία, στην τρέλα του Καιρού: στην με κάθε τίμημα ανάπτυξη, στον με κάθε τίμημα προσπορισμό υλικής ισχύος. Πιστεύω ότι το έκανε προς χάριν του μοναστηριού· αυτό όμως δεν τον δικαιώνει, απεναντίας, τον δείχνει μωρό και επιλήσμονα της παραδόσεως την οποία έχει ταχθεί να προασπίζει. Η παράδοσή του είναι ο μακρύς χρόνος, όχι ο επιπολής εκσυγχρονισμός· παράδοσή του είναι η πνευματική ανασυγκρότηση, όχι η διαρκής ανοικοδόμηση· παράδοσή του είναι η άθληση του πνεύματος, όχι η απληστία.

Υπό μία έννοια, ο μοναχός Εφραίμ εξέφρασε την εκσυγχρονιστική μανία των Ελλήνων στις δεκαετίες 1990 και 2000, δηλαδή ακριβώς τα δεκαοκτώ χρόνια που ήταν ηγούμενος. Πίστεψε πως ήταν εργολάβος και χρηματιστής, διαρκές ντάρλινγκ των δικηγόρων και των πολιτικών. Πίστεψε τυφλά στην υλικοτεχνική πρόοδο, στη σώρευση ισχύος και χρήματος, στα κονδύλια, στα πρότζεκτ και στα μάστερ πλαν, στην αχαλίνωτη ανάπτυξη: Προς τα πού; Μέχρι πού;

Και λησμόνησε τη θέση του, την αποστολή του, την παράδοση. Αλλά εγκαταλείποντας την παράδοση, την ήδη κλονισμένη, εγκαταλείπει κάθε δυνατότητα νομιμοποίησης, αυτοπροσδιορισμού, προσανατολισμού στον χρόνο – μάλιστα προς τον έσχατο χρόνο. Οσο βυθίζεται στον χρόνο του χρήματος και των πολιτικών, τόσο βαθύτερα βυθίζεται στην απώλεια. Τι είναι ο μοναχός έξω από την παράδοσή του; Ενα τίποτε, ένας ψευδονεωτεριστής. Η παράδοση για να παραμείνει ζωντανή, απαιτεί γέφυρες, θεμέλια, όχι ψιμύθια νεωτερισμών.

Ισως στη σκέψη του πατρός Εφραίμ, η παλαίφατος Μονή Βατοπεδίου, δεύτερη τη τάξει στην αθωνική πολιτεία, να ζει ακόμη στον Μεσαίωνα, όταν το παν υπήρχε υπό τη Θεία Πρόνοια, και τα μοναστήρια κατείχαν απέραντες περιουσίες και ευημερούσαν υπό τη σκέπη ηγεμόνων, βασιλέων και αυτοκρατόρων. Ο αναχρονισμός του έχει κάποιο αντίκρισμα στο σήμερα, στη μετανεωτερική φεουδαρχία του χρήματος και των εταιρειών. Αλλά ώς εκεί· δεν επικρατούν μόνο οι νεοφεουδάρχες, λειτουργούν επίσης, με κάποιους τρόπους, ο δημόσιος έλεγχος, ο κοινωνικός έλεγχος, η κριτική. Το είπαμε όμως ήδη: Ο π. Εφραίμ, συνομιλώντας με τη φεουδαρχία, νόμισε ότι αυτός είναι ο κόσμος…

Τώρα, ειρωνικά και εξοργιστικά, τον δικάζουν αυτοί που τον υπέθαλπαν. Τον αποκηρύσσουν όσοι του φιλούσαν το χέρι. Οι πρώην αγιογδύτες και θεομπαίχτες τώρα υποδύονται τους ρεπουμπλικάνους και τους καρμπονάρους. Και τον καταδικάζουν δεσποτάδες και πατριαρχικές αρχές, που επί αιώνες πορεύτηκαν με συναλλαγές χρήματος, με αλισβερίσια εξουσίας, με εξαγορές αμαρτιών, με αγοραπωλησίες τίτλων και οφικίων. Οχι μόνο έτσι, αλλά και έτσι. Ας πούμε, είναι η εκδίκηση των επισκόπων-πριγκίπων κατά των αυτοδιοίκητων καλογέρων που διεκδίκησαν ισχύ και επιρροή.

Η πτώση του π. Εφραίμ από την ηγουμενία είναι η κάθαρσή του, δεν είναι η τιμωρία του. Εχει την ευκαιρία να είναι αυτό που διάλεξε: καλόγερος. Να ταπεινωθεί, να κλάψει και να προσευχηθεί σαν τον Δαβίδ: Ραντιείς με υσσώπω και καθαρισθήσομαι, πλυνείς με, και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι.

Το δράμα μπορεί να αποβεί πολλαπλώς ωφέλιμο για όλη την αγιορείτικη κοινότητα: να ξαναδούν τα όρια του εκσυγχρονισμού, να ξαναδούν τον ρόλο τους στην αναγεννημένη παράδοση, να ξαναβρούν τον ησυχασμό. Προπάντων, να αναζητήσουν τον κόσμο: των καρποφορούντων και κοπιώντων και ψαλλόντων και του περιεστώτος λαού…

gr1_031Πριν δώδεκα μήνες ξεκίνησε στην Ίνδικτο η έκδοση των έργων του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Ήταν ένα όνειρο που σιγά-σιγά γίνονταν πραγματικότητα.

Πρώτος σταθμός Οι Δαιμονισμένοι. Ήταν 5 Νοεμβρίου 2007 που μοιραζόμουν μαζί σας τον ενθουσιασμό και την χαρά μου.

Ο χρόνος κύλησε οδηγώντας μας στον δεύτερο σταθμό.

Την περασμένη Πέμπτη Ο Ηλίθιος ήταν στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Την ίδια μέρα η Κατερίνα Ανέστη, από την LIFO, μου ζήτησε να κάνουμε μια συνέντευξη. Τα ερωτήματά της με βόηθησαν να πω ο,τι πραγματικά ήθελα να μοιραστώ με όλους τους φίλους και τους αναγνώστες της Ινδίκτου. Αντιγράφω λοιπόν αυτήν την συνέντευξη η οποία δημοσιεύεται στο σημερινό φύλλο της LIFO του αγαπητού Στάθη Τσαγκαρουσιάνου.

Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία-πρόκληση στην έκδοση αυτού του μνημειώδους μυθιστορήματος;

Η μετάφραση ξεκίνησε πριν από δύο περίπου χρόνια. Πρόκειται για το δεύτερο σταθμό ενός μακρινού ταξιδιού, το τέλος του οποίου δεν είναι ακόμη ορατό. Όπως γνωρίζετε, η απόφαση που πήραμε από κοινού με τη μεταφράστρια Ελένη Μπακοπούλου είναι να συνεχίσουμε μέχρι το τέλος. Ίσως αυτό να είναι και η μεγαλύτερη πρόκληση. Το συγγραφικό μέγεθος και ο όγκος του έργου του Ντοστογιέφσκι από τη μια, και ο χρόνος, ο δικός μου και της Ελένης, από την άλλη.

Αισθάνεσθε πως πέρα από αυτό καθαυτό το σημαντικό γεγονός της έκδοσης έπρεπε να «αναμετρηθείτε» και με την προηγούμενη μετάφραση και το μέγεθος του Άρη Αλεξάνδρου;

Οι μεταφράσεις του Αλεξάνδρου ήταν ένα επιπλέον μέγεθος που οφείλαμε να εκτιμήσουμε. Η ύπαρξή τους λειτούργησε ευεργετικά, καθώς επέβαλαν εξαρχής το μέτρο και τη σοβαρότητα του εγχειρήματος. Λέγεται πως η μετάφραση των κλασικών οφείλει να απασχολεί κάθε γενιά. Πόσω μάλλον του μέγιστου των κλασικών. Σαράντα και πλέον χρόνια μετά τις μεταφράσεις-ορόσημο του Αλεξάνδρου, η γλώσσα μας όφειλε να υποδεχτεί ξανά το μεγαλείο της παγκόσμιας λογοτεχνίας και να μετρηθεί. Η εργασία της Ελένης Μπακοπούλου πιστεύω πως δικαιώνει την προσπάθεια. Η μετάφρασή της είναι εξαιρετική, σύγχρονη και ταπεινή. Όσοι εκτίμησαν την εργασία της στους Δαιμονισμένους, είμαι σίγουρος πως θα ενθουσιαστούν με τον Ηλίθιο.

DOST Ilithios Cover

Γιατί επιλέξατε για το εξώφυλλο ένα στοπ-καρέ από την εμβληματική ταινία του Μπρεσόν Αu hazard Balthazar;

Το εξώφυλλο υπέδειξε ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, φίλος καλός και σπάνιος συνεργάτης. Η ταινία του Μπρεσόν παραπέμπει στον Ηλίθιο και στον πρίγκιπα Μίσκιν, με τον ίδιο μυστικό και άρρητο τρόπο που ο Ντοστογιέφσκι, χτίζοντας τον Μίσκιν, προσεύχεται στον Χριστό.

Πώς αποφασίσατε να ανοίξετε στην Ίνδικτο το κεφάλαιο «Ντοστογιέφκσι»;

Από την στιγμή της ιδρύσεως της Ινδίκτου, ίσως και πριν από αυτήν, ταυτόχρονα με τη μεγάλη μου αγάπη, σκεφτόμουν την αναγκαιότητα ύπαρξης νέων μεταφράσεων και νέων εκδόσεων των έργων του Φ. Ντοστογιέφσκι. Χρειάστηκα πάνω από δέκα χρόνια για να ανακαλύψω στο πρόσωπο της Ελένης Μπακοπούλου την κατάλληλη μεταφράστρια και συγχρόνως τον άνθρωπο που θα δεχόταν να μοιραστεί το όνειρό μου. Η συνέχεια, λοιπόν, του ονείρου θα είναι το Υπόγειο, που, πρώτα ο Θεός, θα κυκλοφορήσει τον Οκτώβριο του 2009. Μαζί, στην ίδια μορφή και σειρά, θα εκδοθούν και οι Αναμνήσεις από την Κολιμά του Βαρλαάμ Σαλάμωφ. Έτσι, σιγά σιγά, θα διευρύνουμε τον ντοστογιεφσκικό κύκλο, προς τέρψιν, ελπίζω, των αναγνωστών μας.

Πότε πρωτοδιαβάσατε τον Ηλίθιο;

Η πρώτη ανάγνωση είναι πολύ μακρινή. Στα τριάντα χρόνια που κύλησαν, έχουν προστεθεί σ’ αυτήν την πρώτη πάνω από δέκα επιπλέον αναγνώσεις του Ηλίθιου. Μου έκανε πάντα εντύπωση πως σε κάθε ανάγνωση, ακόμη και στη δέκατη, ανακάλυπτα κάτι καινούργιο, κάτι που έπαιρνα όρκο πως δεν υπήρχε σε όλες τις προηγούμενες. Και η αλήθεια είναι πως σε αυτά τα μεγάλα έργα ο αναγνώστης δοκιμάζει τα όριά του, εξερευνά τον ίδιο του τον εαυτό. Αυτό, εν ολίγοις, είναι το μεγαλείο του Ντοστογιέφσκι.

Υπάρχουν στον Ηλίθιο μηνύματα που επιθυμεί να απευθύνει ο Ντοστογιέφσκι;

Παρά το γεγονός πως ο Ντοστογιέφσκι υπήρξε θερμός ιδεολόγος, τα μυθιστορήματά του δεν κρύβουν μηνύματα. Τολμώ να πω πως ο Ντοστογιέφσκι δεν κουβαλά καμιά βεβαιότητα, καμιά πίστη. Αντιθέτως, καίγεται από την αβεβαιότητα και την απιστία. Ο τρόπος του είναι πάντοτε πλάγιος – ποτέ ευθύς και απόλυτος. Διακρίνει κάθε χαραμάδα της ανθρώπινης ψυχής, φωτίζοντάς την. Η ιδέα του Ντοστογιέφσκι για τον Ηλίθιο ήταν να απεικονίσει, στο πρόσωπο του πρίγκιπα Μίσκιν, τον απόλυτα καλό άνθρωπο. Αποστολή του Μίσκιν είναι να «αναστήσει τον άνθρωπο». Αυτόν, λοιπόν, τον άνθρωπο μας τον παρουσιάζει επιληπτικό, τρελό, αφελή, σαν από άλλο κόσμο, που η παραγματική ζωή εν τέλει τον υπερβαίνει. Θα έλεγε κανείς πως, μαζί με τον Μίσκιν, αποτυγχάνει κι ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκι. Το συγκλονιστικό είναι πως η αποτυχία είναι συνειδητή, με την ελπίδα, εντούτοις, να παραμένει άσβεστη.

Ο Μίσκιν είναι από τους πλέον αριστοτεχνικά γραμμένους ήρωες της λογοτεχνίας. Με ποιους άλλους ήρωες θα τον συγκρίνατε;

Στον Ηλίθιο, ίσως περισσότερο απ’ ό,τι σε οποιοδήποτε άλλο έργο του, ο Ντοστογιέφσκι έβαλε έντονη τη σφραγίδα των πνευματικών και φιλοσοφικών του ανησυχιών, του συναισθηματικού του κόσμου, των καταλυτικών προσωπικών βιωμάτων του. Θέμα του: το Καλό, μέσα από την απεικόνιση του «απόλυτα καλού ανθρώπου» και της συνυφασμένης μ’ αυτό έννοιας της «αγάπης». Ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκι ομολογεί σε μια επιστολή του πως «δεν υπάρχει τίποτε δυσκολότερο από αυτό στον κόσμο». Η σύγκριση που μου ζητάτε με οδηγεί μόνο στο Κονσέρτο για πιάνο, αρ. 3 του Σ. Ραχμάνινωφ και στον Αντρέι Ρουμπλιώφ του Αν. Ταρκόφσκι.

Πώς τα μοτίβα των κεντρικών φιγούρων του Ντοστογιέφσκι κατορθώνουν σήμερα να είναι όχι επίκαιρα αλλά πρόσωπα πραγματικά, αναγνώσιμα και αναγνωρίσιμα δίπλα μας;

Είναι ακριβώς όπως το λέτε. Πραγματικά, αναγνώσιμα και αναγνωρίσιμα. Γιατί, ακριβώς, ο Ντοστογιέφσκι πλάθει τα μυθιστορήματά του και τους ήρωές του ως άλλος «δημιουργός», χαρίζοντάς τους πνοή ζωής. Κάθε ήρωας του Ντοστογιέφσκι ζει, αναπνέει, αισθάνεται. Γι’ αυτό και στις σελίδες των μυθιστορημάτων του κυλά αίμα ζεστό.

Σε τι τιράζ βγήκε ο Ηλίθιος; Τι σας δείχνει (εμπορικά) η προηγούμενη εμπειρία των Δαιμονισμένων;

Η πρώτη έκδοση του Ηλίθιου κυκλοφόρησε σε 4.000 αντίτυπα. Εύχομαι μέχρι τα Χριστούγεννα να έχουν φτάσει όλα στα χέρια των αναγνωστών. Οι Δαιμονισμένοι κυκλοφόρησαν σε 3.000 και πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε η 2η έκδοση.

Ακούω και διαβάζω, καιρό τώρα, πολλά και διάφορα για το Άγιον Όρος.

Τα περισσότερα στερούνται και της λιγοστής σχέσης με την πραγματικότητα.

Δεν εκπλήσσομαι. Εξάλλου δεν είναι η πρώτη φορά, προφανώς ούτε η τελευταία, που η ορμή της πληροφόρησης, παρασύρει δικαίους και αδίκους, όλους μαζί στον χείμαρρο της απαξίωσης και της χλεύης.

Τούτη τη φορά η οργή μου ξεχυλίζει. Ίσως γιατί παίρνει η μπάλα φίλους κι αδελφούς, πρόσωπα αγαπητά, την ίδια την οικογένειά μου.

Και πάλι όμως, δεν είναι αυτό που λογαριάζω, τούτη τη στιγμή.

Σκέφτομαι κι αναλογίζομαι την ζωή χωρίς το Όρος. Όχι μόνον την δική μου ζωή.

Ζωή χωρίς ελευθερία, είναι ζωή χωρίς νόημα. Ελευθερία πνευματική, ελευθερία υπαρξιακή.

Αυτήν την ελευθερία χαρίζει το Άγιον Όρος στην ζωή όλων μας.

Τα λόγια μου είναι αδύνατα, αντλούν από την “μέσα βλέψη” την ανύπαρκτη.

Έρχονται στο νου μου τα λόγια του Δημήτρη Πικιώνη, που κοντά εξήντα χρόνια πίσω, μπροστά στην συντελούμενη ατίμωση ενός άλλου ιερού τόπου -της Ελευσίνας- έγραφε:

…Δείλαιοι κα αμαθείς και βάρβαροι τι κάνετε;

Δεν ξέρετε ότι είμαι η μητέρα και η τροφός, το λίκνο η κοιτίδα,

η μητέρα της περασμένης δόξας και της μελλούμενης;

Μάταια θαυμάζετε τα μνημεία που έστησαν κάποτε τα παιδιά μου.

Δεν ξέρετε ότι είναι σαρξ εκ της σαρκός μου και πως όταν η μορφή

μου αφανιστεί, η δικιά τους θα χάσει το νόημά της;…

Για καιρό επικρατούσε σιωπή.

Τα ερεθίσματα για να την σπάσω πολλά. Διάλεξα όμως να βυθιστώ στην δουλειά. Αποτέλεσμα, για τους φίλους που με αναζητούσαν και ρωτούσαν, ο νέος Κατάλογος της Ινδίκτου που παρουσιάζει το εκδοτικό της πρόγραμμα έως τα τέλη του 2008.

Περιμένω σχόλια!

Παρακαλώ να μην παρεξηγηθεί ο τίτλος του post.

Είναι μια πλάγια αναφορά, που βολεύει βεβαίως και για τίτλος, στην Εξαιρετική ταινία του Αντρέι Ζβάγκιντσεφ Η Επιστροφή.

Την ταινία του Ζβάγκιντσεφ την είδα μόλις κυκλοφόρησε, το 2003. Ήταν κι αυτή μια επιβεβαίωση τού γιατί αρκετά χρόνια τώρα, πάω σινεμά, μόνο όταν ακούω να μιλούν για ρώσο σκηνοθέτη.

Μιά ρώσικη ταινία λοιπόν, από ένα ρώσο σκηνοθέτη στα χνάρια του συνονόματου Αντρέι Ταρκόφσκι.

Η Επιστροφή είναι ταινία που χρησιμοποιεί ελάχιστα μέσα, αλλά το καλλιτεχνικό και πνευματικό αποτέλεσμα είναι μέγιστο.

Τρεις ηθοποιοί, εξωτερικά τραβήγματα, κλασικό και παμπάλαιο θέμα -η σχέση Πατέρα, Υιού- τίποτα, μα τίποτα πρωτότυπο ή εντυπωσιακό.

Συγχρόνως όμως βαθειά γνώση του μέσου, των δυνατοτήτων του αλλά και των περιορισμών που αυτό υποβάλει, εξαιρετική φωτογραφία, σωστά κάδρα, μοναδική και λιτή σκηνοθεσία.

Τριάντα και πλέον χρόνια πίσω, από το 1972 έως το 1974, ό μαθητής του Κόντογλου, Ράλλης Κοψίδης -ποιητής μέγας, που ξεπερνούσε τότε τον δάσκαλο- εξέδιδε ένα περιοδικό υπό τον τίτλο “Κάνιστρο”.

Το πιάνω στα χέρια μου νοσταλγώντας τα χρόνια της φτωχής, πλην τίμιας, μονοτυπίας.

Χειροποίητο, με συγκινητική ευαισθησία και μοναδικό συγγραφέα-δημιουργό, τον ίδιο τον Κοψίδη.

Σε ένα από τα τεύχη του Κάνιστρου δημοσιεύονται τα, κατά Κοψίδη, Επτά Θανάσιμα Αμαρτήματα της Ζωγραφικής. Τα καταγράφω όπως τα θυμάμαι :

Η τέλεια αφαίρεση, η πιστή αντιγραφή της φύσεως, το κακό σχέδιο, το κακό χρώμα, η έλλειψη προσωπικού ύφους, το κυνήγι της πρωτοτυπίας και τελευταία, κυρία μου, έρχεται η κορνίζα του έργου.

Τι μου ήρθε και τα θυμήθηκα όλα τούτα.

Να, από την επιστροφή μου, πήγα στην Επιστροφή του Ζβάγκιντσεφ, και από τον Ζβάγκιντσεφ και την λιτή ,καθαρή ματιά του, την χωρίς καμμιάν πρωτοτυπία, έφτασα στον Ράλλη Κοψίδη και τα Αμαρτήματά του.

Όλα δε τούτα, τούτην την στιγμή, δεν με οδηγούν πουθενά αλλού παρά στον Π.Ι.

Η δικιά του σιωπή, η δικιά του σκιά, πέφτει όσο περνά ο χρόνος όλο και πιο βαριά πάνω μου.

Πάει καιρός που προτιμούσα την σιωπή.

Ίσως μάλιστα τώρα να αρμόζει περισσότερο.

Πριν λίγο καιρό ξεκίνησε να μαθαίνει την δουλειά και προετοιμαζόταν να αναλάβει μέρος της ευθύνης.

Έτσι αναπάντεχα σήμερα το πρωί μού κάρφωσαν την είδηση.

Η Γιούλη, πέθανε!

Ανήκουστο, απίστευτο, ακατανόητο!

Μέρα καλοκαιριού στην Μυτιλήνη, ξαφνικά μαύρισε ο τόπος.

Δρόμο για Αθήνα.

Εδώ και λίγες βδομάδες κυκλοφόρησαν από την Ίνδικτο τα Μικρά Βασίλεια της Ανθής Λεούση.

Επιλέγω ένα ποίημα αντίδωρο στους φίλους που επιμένουν να διαβάζουν και να αγαπούν την ποίηση.

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΜΗΝΙΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ

Στην κατοχή μου έχω:

1. Κεντίδια ψιλοβελονιά μη βρέξει και μη στάξει
σε γυαλιστερή μαύρη κασέλα

2. Στον αχυρώνα δρεπάνια κοφτερά.

3. Για τα παραπανίσια στόματα
φέτες πορτοκαλιών και γλυκολέμονων στο ντουλάπι.

4. Πάντα νωπό ανθότυρο μόλις βγαλμένο
από μια στάνη στον Αττάβυρο.

5. Έναν μαγνήτη ολοστρόγγυλο σαν πρόσωπο ακριβό
στη βράχινη κορφή του Σάου
πάνω από τα σγουρά στεφάνια του τσαγιού.

6. Αγριοαχιβάδες από της Υπατίας το διάβα.

7. Ένα και μόνο γυμνό μάγουλο
μες στο μελάνι φυλαγμένο στην ψευτοσοφίτα.

8. Πολλή άνοστη ομίχλη – πολύ νόστιμο καπνό.

9. Μία παντού κρυμμένη σχεδόν αδιάκοπη ευχή – Καλό ξημέρωμα
μες σε κρινώδη ακίνητα πυκνά λευκά
σαν και του Νικηφόρου Λύτρα και του Παπαλουκά.
Έχω επίσης:

Έναν γραφικό χαρακτήρα φεγγαρίσιο – κρυπτοηλιακό.

Πολλές φορές ένα ίσον κανένα.

Γι’ αυτό αλλά και γιατί ο Χρήστος πρέπει να απαντήσει κρίνοντας, ιδού και ένα δεύτερο δείγμα από τα Μικρά Βασίλεια.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΤΡΙΔΑ

Να που δεν νιώθω αυτό που λεν: να νιώθεις ξένος -

τα ζούδια και τα έντομα που αιωρούνται ασάλευτα

στη μαγεμένη πιο θερμή νύχτα του χρόνου,

το κάθε ζώο και το πουλί – η Αλεπού

η φιλενάδα των τριών Σκοπιωρών στα τρία ψηλώματα της Σαλαμίνας,

ακόμα και η κοριτσίστικη κοαστική φωνή της βραδινής νανομουγκάνας -

όλα καλά φτιαγμένα – και στην ώρα τους

και πάλι με την ώρα τους χαλασμένα -

όλα καλά ειπωμένα – και στην ώρα τους

και πάλι με την ώρα τους βουβά -

το κάθε σπίτι η αποθήκη και το όχημα, των δίκαιων οι επίμονοι υπολογισμοί,

το γέλιο μιας ναϊάδας ανοστούτσικης που βράδιασε αφηρημένη -

ανθρώπινο τίποτα δεν μου είναι ανοίκειο -

κι από τα δύσβατα όπου φυτρώνει – τίποτα

- θα έπαιρνα όρκο απόψε – που να μην είναι αγαπητό:

Σαν μονοκόμματο βαρύ γλυπτό – σαν ίσκιος που πατά κάποιον ηλιόλουστο ύπνο -

το κάθε τι το κάθε τι θέλει την τέχνη του και την πανούργα υπομονή -

υπομονή θνητή, που με αποτυχία τρέφει το τρομερό της θέλημα.

Η Ανθή Λεούση είναι φιλόλογος˙ δίδαξε σε φροντιστήρια, γυμνάσια και λύκεια στο Κιλκίς, στη Νίσυρο, στη Θεσσαλονίκη, στην Τήνο, στην Αίγινα, στη Χαλκίδα -και συνεχίζει να διδάσκει.
Το 1992 δημοσίευσε την ποιητική συλλογή Το φως της ημέρας (Συνέχεια). Μετέφρασε την Αντιγόνη του Σοφοκλή (Θεσσαλονίκη 1982), Στο δικαστήριο του πατέρα μου και τις Ιστορίες για παιδιά του Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ (Εστία), τις Μυθολογίες του χειμώνα του Πιέρ Μισόν, το Μπαλκόνι στο δάσος του Ζυλιέν Γκρακ και τα Ημερολόγια και γράμματα της Καίτε Κόλλβιτς (Ίνδικτος). Ποιήματά της δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Εντευκτήριο, Νέα Εστία, Νεφούρια -μικρές μελέτες της στα περιοδικά Αντί και Παπαδιαμαντικά Τετράδια. Μετέφρασε επίσης Έξι λαϊκά τραγούδια από τα βρεττανικά νησιά (περοδικό Πλανόδιον), ποιήματα των Τόμας Χάρντυ, Τζέραρντ Μάνλεϋ Χόπκινς (Το ναυάγιο του Ντόυτσλαντ) και το Τρεμολίνο του Τζόζεφ Κόνραντ (περιοδικό Εκηβόλος), καθώς και ποιήματα του Ανδρέα Κρύφϊου και του Ρόμπερτ Μπράουνινγκ (περιοδικό Νέα Εστία).
Τον Μάιο του 2008 εκδόθηκε η ποιητική της συλλογή Μικρά βασίλεια (Ίνδικτος).

Επόμενη σελίδα: »