Πάει καιρός που προτιμούσα την σιωπή.

Ίσως μάλιστα τώρα να αρμόζει περισσότερο.

Πριν λίγο καιρό ξεκίνησε να μαθαίνει την δουλειά και προετοιμαζόταν να αναλάβει μέρος της ευθύνης.

Έτσι αναπάντεχα σήμερα το πρωί μού κάρφωσαν την είδηση.

Η Γιούλη, πέθανε!

Ανήκουστο, απίστευτο, ακατανόητο!

Μέρα καλοκαιριού στην Μυτιλήνη, ξαφνικά μαύρισε ο τόπος.

Δρόμο για Αθήνα.

Εδώ και λίγες βδομάδες κυκλοφόρησαν από την Ίνδικτο τα Μικρά Βασίλεια της Ανθής Λεούση.

Επιλέγω ένα ποίημα αντίδωρο στους φίλους που επιμένουν να διαβάζουν και να αγαπούν την ποίηση.

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΜΗΝΙΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ

Στην κατοχή μου έχω:

1. Κεντίδια ψιλοβελονιά μη βρέξει και μη στάξει
σε γυαλιστερή μαύρη κασέλα

2. Στον αχυρώνα δρεπάνια κοφτερά.

3. Για τα παραπανίσια στόματα
φέτες πορτοκαλιών και γλυκολέμονων στο ντουλάπι.

4. Πάντα νωπό ανθότυρο μόλις βγαλμένο
από μια στάνη στον Αττάβυρο.

5. Έναν μαγνήτη ολοστρόγγυλο σαν πρόσωπο ακριβό
στη βράχινη κορφή του Σάου
πάνω από τα σγουρά στεφάνια του τσαγιού.

6. Αγριοαχιβάδες από της Υπατίας το διάβα.

7. Ένα και μόνο γυμνό μάγουλο
μες στο μελάνι φυλαγμένο στην ψευτοσοφίτα.

8. Πολλή άνοστη ομίχλη – πολύ νόστιμο καπνό.

9. Μία παντού κρυμμένη σχεδόν αδιάκοπη ευχή – Καλό ξημέρωμα
μες σε κρινώδη ακίνητα πυκνά λευκά
σαν και του Νικηφόρου Λύτρα και του Παπαλουκά.
Έχω επίσης:

Έναν γραφικό χαρακτήρα φεγγαρίσιο – κρυπτοηλιακό.

Πολλές φορές ένα ίσον κανένα.

Γι’ αυτό αλλά και γιατί ο Χρήστος πρέπει να απαντήσει κρίνοντας, ιδού και ένα δεύτερο δείγμα από τα Μικρά Βασίλεια.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΤΡΙΔΑ

Να που δεν νιώθω αυτό που λεν: να νιώθεις ξένος -

τα ζούδια και τα έντομα που αιωρούνται ασάλευτα

στη μαγεμένη πιο θερμή νύχτα του χρόνου,

το κάθε ζώο και το πουλί - η Αλεπού

η φιλενάδα των τριών Σκοπιωρών στα τρία ψηλώματα της Σαλαμίνας,

ακόμα και η κοριτσίστικη κοαστική φωνή της βραδινής νανομουγκάνας -

όλα καλά φτιαγμένα - και στην ώρα τους

και πάλι με την ώρα τους χαλασμένα -

όλα καλά ειπωμένα - και στην ώρα τους

και πάλι με την ώρα τους βουβά -

το κάθε σπίτι η αποθήκη και το όχημα, των δίκαιων οι επίμονοι υπολογισμοί,

το γέλιο μιας ναϊάδας ανοστούτσικης που βράδιασε αφηρημένη -

ανθρώπινο τίποτα δεν μου είναι ανοίκειο -

κι από τα δύσβατα όπου φυτρώνει - τίποτα

- θα έπαιρνα όρκο απόψε - που να μην είναι αγαπητό:

Σαν μονοκόμματο βαρύ γλυπτό - σαν ίσκιος που πατά κάποιον ηλιόλουστο ύπνο -

το κάθε τι το κάθε τι θέλει την τέχνη του και την πανούργα υπομονή -

υπομονή θνητή, που με αποτυχία τρέφει το τρομερό της θέλημα.

Η Ανθή Λεούση είναι φιλόλογος˙ δίδαξε σε φροντιστήρια, γυμνάσια και λύκεια στο Κιλκίς, στη Νίσυρο, στη Θεσσαλονίκη, στην Τήνο, στην Αίγινα, στη Χαλκίδα -και συνεχίζει να διδάσκει.
Το 1992 δημοσίευσε την ποιητική συλλογή Το φως της ημέρας (Συνέχεια). Μετέφρασε την Αντιγόνη του Σοφοκλή (Θεσσαλονίκη 1982), Στο δικαστήριο του πατέρα μου και τις Ιστορίες για παιδιά του Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ (Εστία), τις Μυθολογίες του χειμώνα του Πιέρ Μισόν, το Μπαλκόνι στο δάσος του Ζυλιέν Γκρακ και τα Ημερολόγια και γράμματα της Καίτε Κόλλβιτς (Ίνδικτος). Ποιήματά της δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Εντευκτήριο, Νέα Εστία, Νεφούρια -μικρές μελέτες της στα περιοδικά Αντί και Παπαδιαμαντικά Τετράδια. Μετέφρασε επίσης Έξι λαϊκά τραγούδια από τα βρεττανικά νησιά (περοδικό Πλανόδιον), ποιήματα των Τόμας Χάρντυ, Τζέραρντ Μάνλεϋ Χόπκινς (Το ναυάγιο του Ντόυτσλαντ) και το Τρεμολίνο του Τζόζεφ Κόνραντ (περιοδικό Εκηβόλος), καθώς και ποιήματα του Ανδρέα Κρύφϊου και του Ρόμπερτ Μπράουνινγκ (περιοδικό Νέα Εστία).
Τον Μάιο του 2008 εκδόθηκε η ποιητική της συλλογή Μικρά βασίλεια (Ίνδικτος).

Πριν λίγες μέρες, έγιναν τα θυρανοίξια ενός νέου βιβλιοπωλείου στον Βόλο. Subway το όνομά του, δημιουργός του δε ο Γιάννης Σαπούνης.

Στην πρόσκληση των εγκαινίων που μου έστειλε έγραφε:
“Η θεωρία λέει ότι η ανάγνωση είναι κάτι μοναχικό. Έχει ταυτιστεί με ημίφως και απομόνωση, με ερημιά και κάπνα. Ή χειρότερα με εξετάσεις και αγγαρείες. Ή ακόμη χειρότερα, με μόδα και επίδειξη.

Η θεωρία λέει ότι τα βιβλία σου μαθαίνουν τον κόσμο.

Η θεωρία λέει ότι τα βιβλιοπωλεία είναι ναοί της γνώσης ή supermarket.

Η θεωρία δεν ξέρει τι λέει.

Η μοναξιά δεν μοιάζει στην μοναχικότητα. Η μοναχικότητα της ανάγνωσης, είναι η προετοιμασία της κοινωνικότητας, είναι ο χρόνος που στερείς τον εαυτό σου από τους άλλους. Για να τους ξαναβρείς.

Με το διάβασμα βρίσκεσαι σε ιστορίες άλλων, συγκρίνεις με τις δικές σου και το αν θα φτιάξεις καινούριες δεν αφορά τα βιβλία αλλά εσένα. Εσένα και όσους θες να είναι μαζί σου.

Το εκπαιδευτικό διάβασμα δεν έχει καμία σχέση με την ανάγνωση. Ή μάλλον έχει όση έχει ο courier με την ανέμελη βόλτα.

Το διάβασμα δεν είναι για να μας βλέπουν οι άλλοι αλλά για να βλέπουμε τους άλλους. Για να τους καταλαβαίνουμε.

Τα βιβλία δεν σου μαθαίνουν τον κόσμο. Μόνος σου τον μαθαίνεις. ή όχι. Αλλά σου δίνουν τα εργαλεία για να τον καταλάβεις.

Τα βιβλιοπωλεία είναι σημεία συνάντησης. Σαν τους σταθμούς. Είναι σημεία προσανατολισμού. Σαν τους σταθμούς του υπόγειου. Είναι τόποι συζήτησης. Σαν τα καφέ.

Κλασικός Σαπούνης για τους φίλους και τους γνωστούς.
Ο Γιάννης υπήρξε για δύο χρόνια, τόσο άντεξε, πωλητής της Ινδίκτου. Γνωρίζει πολύ καλά τον χώρο και αγαπά το καλό βιβλίο γι’ αυτό και κουβαλά αρκετή από την λόξα του καλού βιβλιοπώλη.

Σαπούνη να είσαι καλά και καλά κουράγια!

Δεν σας έχω συνηθίσει σε σχολιασμούς της επικαιρότητας. Πολύ δε περισσότερο της τηλεοπτικής. Αυτό όμως που έμαθα από το ιστολόγιο του alzap με ενοχλεί αφάνταστα και επιθυμώ να το μοιραστώ, να το αερίσω…
Διαβάζω λοιπόν πως ο δημοσιογράφος Στέλιος Κούλογλου και οι εκπομπές του είναι παρελθόν για την δημόσια τηλεόραση. Οι λόγοι διατυπώνονται σε επιστολές που δημοσιεύονται στον alzap.
Δεν με ενδιαφέρουν όμως καθόλου. Αυτό που με ενδιαφέρει, που με ενοχλεί, με θίγει και με προσβάλει είναι πώς μια τέτοια απόφαση δεν μπορεί να στηρίζεται στην ποιότητα της εργασίας του Σ. Κούλογλου.
Γιατί απλά η ποιότητα της εργασίας τού συγκεκριμένου δημοσιογράφου είναι δεδομένη και πάντα υψηλή. Αυτό δε το έχει ο άνθρωπος κερδίσει με την επιμονή του, τις επιλογές του και τον μόχθο του.

Παραμένει για μένα αδιανόητο κάποιος που, κατά γενική ομολογία, κάνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την δουλειά του, να την χάνει για λόγους ανεξάρτητους από το γεγονός αυτό.
Είμαι σίγουρος πως ο Κούλογλου δεν θα πάει χαμένος, είμαι σίγουρος πως θα την βρει την άκρη.
Θυμώνω όμως κι εξοργίζωμε γιατί συνεχίζουμε σε τούτον τον τόπο να παλεύουμε για τα αυτονόητα. Γιατί είναι αυτονόητο πως όταν η κρατική τηλεόραση έχει στους κόλπους της έναν τέτοιο δημοσιογράφο δεν του δείχνει ποτέ την πόρτα της εξόδου.

Συμπτωματικώς διάβασα σήμερα σε τοίχο της Καλλιδρομίου:

Τα μυαλά είναι σαν τα αλεξίπτωτα, λειτουργούν καλύτερα όταν είναι ανοικτά!

Την περασμένη Πέμπτη σύσσωμη η ομάδα του περιοδικού Ίνδικτος απάντησε στο δίλλημα.
Η ζωή του περιοδικού έφτασε στο τέλος της. Τώρα όλοι μας οφείλουμε σ’ αυτό το καλοτάξιδο σκαρί, που μας χάρισε τα πιο όμορφα ταξίδια, ένα αξιοπρεπές απάγγιο.

Θα κυκλοφορήσει ακόμα ένα τεύχος που μέλει να είναι και το τελευταίο. Αυτό το τελευταίο τεύχος θα είναι αφιερωμένο στην μνήμη του Πέρη Ιερεμιάδη και καλούνται όλοι οι κατά καιρούς συνεργάτες και φίλοι του περιοδικού να συνδράμουν στο κτίσιμό του. Η ύλη θα κλείσει τέλη Ιουνίου και το τεύχος θα κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβριο.
Υλικά μόνο πρώτης τάξεως, καθώς αυτό το κύκνειο άσμα, οφείλει να είναι το μελωδικότερο και ομορφότερο όλων όσων ακούστηκαν από την μπάντα της Ινδίκτου.
Να σαν αυτό που μου έστειλε ο Ξενοφών Κομνηνός, φίλος και συνεργάτης από τους λίγους.

Kαθ’ οδόν

Στους αγαπημένους συνεκδήμους, ζώντας και τεθνεώτας.

Και ήσαν πορευόμενοι εις κώμην η όνομα Εμμαούς.

Εν δε τω πορεύεσθαι εγένετο αυτόν εγγίζειν τη Δαμασκώ.

Βλέπεις ανθρώπους να βαδίζουν στον δρόμο σκυφτοί, με τα παπούτσια τους να κυνηγάνε το βλέμμα τους. Άλλοι, πάλι, οι περισσότεροι ίσως, πάνε με την ματιά τους ευθύβολη, κλειδωμένη στον άδηλο στόχο τους, αναπαυμένη στο ασφαλές εκείνο σημείο μηδέν που αποφεύγει τον ίλιγγο τόσο του βάθους όσο και του ύψους. Μετρημένοι στα δάχτυλα τέλος είναι εκείνοι που έχουν το βλέμμα αμολημένο σε κείνη την μετέωρη δυνατότητα των απρόσμενων συναντήσεων.

Οι δρόμοι, πράγματι, λένε τόσο πολλά για τους ανθρώπους. Λες και το ύψος του βλέμματός τους προδίδει το ανάπτυγμα του εαυτού τους. Ο περίκλειστος στο καβούκι του κοιτάζει συνήθως το πεζοδρόμιο. Ο ταγμένος στον σκοπό του κοιτάζει μόνο ίσια μπροστά, με το καβούκι του οικονομικά ανοιγμένο ίσα ίσα για τις ανάγκες που υπηρετούν τον στόχο του. Όσο για κείνους με το λυτό στα ύψη βλέμμα, λες και βγήκαν στον δρόμο για να παραδοθούν στον υπέρτατο εκείνο κίνδυνο, στην εμπιστοσύνη, αφήνοντας έστω και για λίγο πίσω τους τον εαυτό τους σαν άχρηστο καυκί.

Δεν είναι απλό να βλέπει κανείς. Οι δρόμοι μάς το μαθαίνουν. Περπατάς σ’ έναν δρόμο χιλιοπερπατημένο και ξάφνου το βλέμμα σου ξεφεύγει λίγο ψηλώτερα και ω του θαύματος δεν ξέρεις πού βρίσκεσαι. Είναι σαν ν’ αντικρίζεις τούτον τον δρόμο για πρώτη φορά. Τούτη η πρόσοψη ήταν τόσα χρόνια εδώ; αναρωτιέσαι. Σάμπως η ευθεία του καθημερινού σου βλέμματος να τέμνει τον κόσμο στα δύο.

Για τους περισσότερους από εμάς, τους ανθρώπους των ταγμένων σκοπών, οι δρόμοι κατά κανόνα οδηγούν από τον ένα κλειστό χώρο στον άλλο. Τείνουμε να βλέπουμε μόνο αυτό στο οποίο αποβλέπουμε σε μια στενή λουρίδα του χρόνου και η πεπατημένη οδός μάς πάει εκεί κουμπωμένους και εφτασφράγιστους. O ταγμένος σκοπός είχε ανέκαθεν μια ταραγμένη σχέση με τα μέσα, στην ουσία σιχαίνεται τον δρόμο που οδηγεί σ’ αυτόν. Αν ήταν στο χέρι του θα καταργούσε όλους τους δρόμους. Κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία αρκείται στην όσο το δυνατόν συντόμευσή τους. Γιατί οι δρόμοι διασχίζουν κατ’ ανάγκην το ανοιχτό, και κάθε ανοιχτό ενέχει το ρίσκο μιας ανατρεπτικής συνάντησης. Οι δρόμοι ενέχουν ειρωνικά από την φύση τους την μόνιμη πρόκληση της παρέκκλισης (που την συγχωρούμε σε ασθενείς, οδοιπόρους και άλλους του δρόμου), συνομωτούν κρυφά με την άνοιξη του χρόνου και τις φυγές του και άρα με το ανοικονόμητο και το ανέλπιστο, το δωρεάν. Άγουν, βέβαια, τους σκοπούς, αλλά κρύβουν και ληστές που απάγουν ενίοτε το κομπόδεμά μας ή ακόμη και την ζωή μας. Ίσως να μην είναι τυχαίο ότι οι δρόμοι έχουν διανοίξει οφθαλμούς, έχουν γεννήσει πρωτόφαντες ιδέες, ερωτικές λαχτάρες για την άπιαστη ομορφιά, έχουν εμπνεύσει εξαίσιους στίχους, φονικά και απάτες, μουσικές φράσεις και μυθιστορήματα, έχουν αναπαύσει τυραννισμένες καρδιές και κεφαλές, έχουν σφραγίσει ή ανατρέψει κρίσιμες αποφάσεις, έχουν στεγάσει αποστόλους και μεγάλους αμαρτωλούς, δια Χριστόν σαλούς, street dancers και άλλους απλώς καλοκάγαθους. Ποιος ξέρει, ίσως οι δρόμοι να αναβάλλουν επ’ αόριστον την σύγκλειση των κλειστών χώρων, τον εφιάλτη μιας απόλυτης συμπάγειας των σκοπών, κρατώντας με τα δόντια ανοιχτό τον ελάχιστο εκείνο υπερ-βατικό τόπο και χρόνο που απαιτείται για να πλανηθεί άσκοπα ένα βλέμμα.

Μην διαβάζεις σαν παιδί, για να διασκεδάζεις, ούτε σαν τους φιλόδοξους, για να μορφωθείς. Διάβαζε για να ζήσεις.
Δεν συνηθίζω να διαλέγω από τους τίτλους της Ινδίκτου. Είναι προφανώς όλα τα κείμενα επιλογές μου και κατ’ επέκτασιν βιβλία που προτείνω σε όλους τους αναγνώστες.
Το βιβλίο του Σωτήρη Χαλικιά Πριν και μετά τα Τείχη, ανήκει στις εξαιρέσεις αυτού του κανόνα.

Το διαλέγω και το προτείνω ανεπιφύλακτα σε όλους!

Κείμενο που σε κάθε λέξη, κάθε παράγραφο, κάθε σελίδα του, ο αναγνώστης θα αντικρίσει την αλήθεια ενός ανθρώπου, την αλήθεια μιας γενιάς.
Η γνωριμία και η σχέση με ανθρώπους σαν τον Σωτήρη είναι από τα τυχερά του επαγγέλματος. Ίσως δε να είναι αυτοί οι άνθρωποι που σε κρατούν και σου δίνουν κουράγιο να συνεχίσεις.
Δόξα τω Θεώ, ο Σωτήρης δεν είναι ο μόνος και γι’ αυτό παράπονο δεν έχω!

Αντλώ από το κείμενο του Σ. Χαλικιά ένα απόσπασμα, όχι αντιπροσωπευτικό, μα κατάλληλο για να προχωρήσω και σε μιαν ακόμη πρόταση.
Αυτή η δεύτερη πρόταση είναι για τους Θεσσαλονικείς φίλους, πρωτίστως δε για τον Σωσία μου, που κατοικοεδρεύει κάπου εκεί γύρω. Κάποια στιγμή θα αναφερθώ και σ’ αυτόν τον σωσία εκτενέστερα.

Την Δευτέρα, λοιπόν, 7 Απριλίου στις 21.00 το βράδυ, στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών στην Θεσσαλονίκη στο πλαίσιο των παράλληλων εκδηλώσεων της έκθεσης «Picasso, Suite 347», διοργανώνεται Ποιητικό Αναλόγιο με κείμενα του Πικάσο και για τον Πικάσο.
Στους χώρους του Ιδρύματος παρουσιάζονται και χαρακτικά του σπουδαίου Ισπανού. Για τα κείμενα δεν ξέρω, μα τα χαρακτικά είναι εξαιρετικά! Τυπώθηκε και κατάλογος για τους μερακλήδες.
Ο Πικάσο υπήρξε η προσωποποίηση της λέξεως Δημιουργός. Το παρακάτω δε απόσπασμα του Σωτήρη Χαλικιά είναι χαρακτηριστικό.
Στην οθόνη της τηλεόρασης, το πρόσωπο του Πικασσό σε γκρό πλάν. Τα φρύδια του σμίγουν, η ματιά του συγκεντρώνεται σ ένα σημείο. Ύστερα η κάμερα απομακρύνεται σιγά σιγά. Βλέπουμε λοιπόν ότι είναι καθισμένος σε μια καρέκλα και παρατηρεί από κάποια απόσταση έναν πίνακα που φαίνεται να έχει μόλις αρχίσει. Μένει καθιστός για λίγο ακόμη, ενώ η κάμερα, ολοκληρώνοντας την υποχώρησή της παρουσιάζει τώρα τον χώρο του ατελιέ. Η εικόνα κάπως σκοτεινή, οι τοίχοι γκρίζοι. Ξανά το πρόσωπο του ζωγράφου σε γκρό πλάν. Η ίδια ένταση στην ματιά, η ίδια συγκέντρωση στον πίνακα. Η κάμερα δεν υπάρχει γι αυτόν, τίποτα δεν υπάρχει γι αυτόν, εκτός από εκείνες τις πρώτες γραμμές και τις άλλες που συνωστίζονται μέσα του. Σηκώνεται από την καρέκλα - πρέπει κι εκεί νάκανε ζέστη γιατί φοράει μόνο ένα φανελάκι και κοντά παντελόνια - πλησιάζει το καβαλέτο και τραβάει δύο νέες γραμμές. Στέκει δίπλα στον πίνακα σκεφτικός, γκρό πλάν πάλι το πρόσωπό του, κι ύστερα σα να βρήκε αυτό που έψαχνε αρχίζει με φρενίτιδα τις πινελιές χωρίς πλέον την παραμικρή διακοπή…

Έξω βρέχει από το πρωί. Φεύγω για ξενύχτι και Σύσσημον…


Το χαρακτήρισαν αριστουργηματικό, ένα εντελώς ξεχωριστό διαμάντι της ελληνικής γλώσσας,
Σπουδαίο, τιτάνιο έργο, το νέο Άξιον Εστί της λογοτεχνίας μας.

Τον δημιουργό του, τον ονόμασαν “ευλογημένο”.
Μιλώ για το Σύσσημον του Νίκου Παναγιωτόπουλου.
Ένα έργο σπάνιο που τα δικά μου λόγια, μάλλον περιττεύουν. Εξάλλου είμαι σίγουρος πως ήδη έχει φτάσει στα χέρια ολονών, μιας και κοντεύουν 15 μήνες από την κυκλοφορία του, που είναι στ’ αλήθεια εντυπωσιακή.
Αφορμή για τούτο το post είναι η ιδέα του Βίκου Ναχμία για μιαν παράσταση στηριγμένη στο εν λόγω έργο. Μια Αναγνωστική αγρύπνια όπως την χαρακτηρίζει ο εμπνευστής και σχεδιαστής της, Βίκος Ναχμίας.

Το Σάββατο, λοιπόν, 5 Απριλίου και ώρα 1 μετά τα μεσάνυχτα, θα σας περιμένω όλους, στον Χώρο Πολλαπλών Εκδηλώσεων της Γκαλλερί Ζουμπουλάκη, Αγαθοδαίμονος 37 (από Πειραιώς 199, με τον ηλεκτρικό στάση Πετράλωνα). Για την είσοδο απαιτείται μόνο καλή καρδιά!

Αναγνώστες: Μαρία Καλλιμάνη, Βασίλης Καραμπούλας, Ρίτα Λυτού, Αγγελική Παπαθεμελή, Αγλαΐα Παππά, Σύλλας Τζουμέρκας, Μαρίνα Τριανταφυλλίδου

Φωτισμός: Μιχάλης Σαμιώτης
Ηχητικά: Νίκος Παντελούς

Ηχοληψία της ανάγνωσης του συγγραφέα Αριστείδης Χρήστου
Οφείλονται πολλές ευχαριστίες στον Πέτρο Βέττα, στην Νανά Βέττα και στην Γκαλλερί Ζουμπουλάκη για την φιλοξενία της.
Και για να μην χαθεί κανείς ιδού και σχεδιάγραμμα

Αγαπώ ιδιαίτερα τις ταινίες του Αντρέι Ταρκόφσκι, ώστε να τις παρακολουθώ ξανά και ξανά. Σε αυτές βρίσκω την πνευματική δημιουργία στον υπερθετικό της βαθμό. Η επανάληψη πολλές φορές χρησιμεύει για να ανανεώνω τα κριτήρια μου, να αντιστέκομαι με κάποιον τρόπο στον χυλό.
Έτσι και χθες με την Νοσταλγία. Την πρωτοείδα το 1983, αν δεν με απατά η μνήμη μου. Θυμάμαι ακόμα βγαίνοντας από μιαν αίθουσα κάπου στην Κυψέλη, τον ενθουσιασμό μου, την πληρότητα εντός μου. Έκτοτε επιστρέφω διαρκώς σε αυτή.

Στην Ελλάδα δυστυχώς είναι λίγες οι αφορμές και ακόμα λιγότερα τα βιβλία που παρουσιάζουν αυτόν τον μεγάλο καλλιτέχνη και ποιητή που κατάφερε να κάνει τον κινηματογράφο ζωή του και τη ζωή του κινηματογράφο, τροφοδοτώντας τον πάντα με τα πιο πολύτιμα βιώματα της ψυχής του.

Είναι καιρός τώρα που επιθυμώ να βγάλω έναν από τους σημαντικότερους τίτλους αναφοράς για το έργο του. Από την αγγλική έκδοση του εξαιρετικού αυτού βιβλίου του πολωνού
Seweryn Kuśmierczyk με τίτλο The Tolstoy Complex μεταφράζω, ελπίζω ανεκτά, ένα μικρό απόσπασμα συνεντεύξεως του Αντρέι Ταρκόφσκι. Αντίδωρο στο alef για τα περί ευτυχίας οφειλόμενα.

Το μικρό αυτό απόσπασμα ελπίζω να διαβαστεί και από όσους επιθυμούν να βυθιστούν στον σκοτεινό βυθό της τέχνης, της λογοτεχνίας συμπεριλαμβανομένης.

Δημιουργώ τον κόσμο μου. Αυτός ο κόσμος δεν δηλώνει τίποτα ασυνήθιστο. Υπάρχει απλώς, δεν έχει καμία άλλη έννοια. Νομίζω δε πως τα σύμβολα και οι αλληγορίες ληστεύουν τον καλλιτέχνη. Ο δημιουργός πλάθει εικόνες που εκφράζουν, αποκαλύπτουν τη ζωή όπως ακριβώς είναι. Δεν πρόκειται για μύθους σαν αυτούς του Αισώπου. Ένας τέτοιος τρόπος εργασίας θα ήταν πάρα πολύ πρωτόγονος όχι μόνο για τη σύγχρονη τέχνη αλλά για την τέχνη οποιασδήποτε εποχής. Η εικόνα περιέχει ένα άπειρο εννοιών ακριβώς όπως η ζωή φέρει εντός της άπειρο εννοιών. Μια εικόνα που μεταμορφώνεται σε σύμβολο δεν μπορεί να αναλυθεί. Όταν δημιουργώ τις εικόνες μου δεν χρησιμοποιώ κανένα συμβολισμό οποιουδήποτε είδους. Θέλω να δημιουργήσω μια εικόνα, όχι ένα σύμβολο. Γι’ αυτό δεν πιστεύω στις ερμηνείες των υποτιθέμενων εννοιών των εικόνων μου. Δεν ενδιαφέρομαι για τα στενά πολιτικά ή κοινωνικά ζητήματα. Θέλω να δημιουργήσω τις εικόνες που θα άγγιζαν την ψυχή του θεατή μέχρι ενός ορισμένου βαθμού. Γι’ αυτό στις ταινίες μου λέω συγκεκριμένες και μόνο ιστορίες και όχι κάποιες άλλες.

Δεν μου κάνει καμία διαφορά πώς το κοινό εισπράττει και ερμηνεύει τις ταινίες μου. Κάνω τις ταινίες με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργώ συγκεκριμένη πνευματική κατάσταση στον θεατή. Κατά συνέπεια και αφού παρακολουθήσει την ταινία δεν μπορεί να παραμείνει αμετάβλητος. Αυτό λοιπόν που σκέφτεται ο θεατής για τις ταινίες μου παραμένει ασήμαντο για μένα. Οι θεατές επιμένουν να ψάχνουν για έννοιες λες και η τέχνη μου είναι να σκαρφίζομαι γρίφους.

Κανένα έργο τέχνης δεν έχει την επιθυμητή σαφήνεια. Ακούγοντας μουσική, διαβάζοντας ένα μυθιστόρημα ή ακόμα παρακολουθώντας ένα παιχνίδι όλοι αντιμετωπίζουν συχνά μέρη του έργου που δεν καταλαβαίνουν. Μία τέτοια σχέση είναι φυσιολογική προς ένα έργο τέχνης. Αλλά όταν πηγαίνουν στον κινηματογράφο - απαιτούν την πλήρη σαφήνεια, μία συνολική κατανόηση. Είμαι ενάντια στη διάκριση στην τέχνη. Δεν είναι η σαφήνεια το σημαντικό. Ο κόσμος που δημιουργείται από έναν καλλιτέχνη είναι τόσο σύνθετος όσο και ο κόσμος που τον περιβάλλει.

Ο Αντρέι Αρσένιεβιτς Ταρκόφσκι γεννήθηκε στις 4 Απριλίου του 1932 στο Zavrazhie, ένα μικρό χωριό στις όχθες του Βόλγα. Γιός του ποιητή Αρσένι Ταρκόφσκι και της Μαρίας Ιβάνοβνας. Πέθανε στις 29 Δεκεμβρίου του 1986. Ετάφη στο ρώσικο κοιμητήριο των Παρισίων.

Το πολύ αγαπητό μου golem με καλεί πάντα να συμμετάσχω στα παιχνίδια της. Τελευταία μου έστειλε μήνυμα καλώντας με πάλι να μοιραστώ κι εγώ την χαρά ενός νέου παιχνιδιού.

Πιάσε λέει το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά σε σένα.
Άνοιξε το στη σελίδα 123 (αν το βιβλίο διαθέτει λιγότερες από 123 σελίδες, άφησέ το και πήγαινε στο επόμενο κοντινότερο).
Βρες την πέμπτη περίοδο (=από τελεία σε τελεία, αν θυμάσαι) της σελίδας.
Ανάρτησε τις επόμενες τρεις περιόδους (δηλ. την έκτη, την έβδομη και την όγδοη).

Το βιβλίο που έχω δίπλα μου είναι ακόμα ατύπωτο, το κρατώ δε κάνοντας την πρώτη αντιπαραβολή και διόρθωση. Πρόκειται για την Αρχιτεκτονική της Σκόρπιας Ζωής του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη. Έτσι σκόρπια που μας τα ζητάει το παιχνίδι μοιάζει να ταιριάζει με τον τίτλο του υπό έκδοσιν βιβλίου.

Καταλαβαίνουμε απ’ ό,τι μας λεν πώς προορισμός είναι τα βήματά μας στην ατραπό της καθαρής ερμηνείας των αισθήσεων, αλλά προσέχοντας στο κείμενο των Γραφών, καταλαβαίνουμε και κάτι άλλο ανυπολόγιστο. Ακριβώς εκείνο που κάνει ώστε μέσα στη μνήμη μας η διδαχή να σχηματίζει πότε ένα μέλος και πότε ολόκληρο το σώμα του ανθρώπου, ώστε με πλήρη εμπιστοσύνη και αδίστακτα να παραδινόμαστε στα λόγια τους, σαν στην ευρύτερη και θερμότερη αγκαλιά. Προορισμός λοιπόν μπορούμε τελικά να πούμε, είναι η εύρεση του σώματος του άλλου με τον οποίο προσομιλούμε εσωτερικά. Ίσως να μην έφθανα ποτέ να ομιλήσω έτσι, παραδεχόμενος ανυπόκριτα τα λόγια που είπαν εδώ, στον τόπο μας, οι Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, αν το φαινόμενο της αντήχησης του χαρτονένιου κουτιού, εξεγείροντας την αφή των δακτύλων, δεν μου θύμιζε ταυτόχρονα έντονα, την αφή της άλλης ύπαρξης που στέκει από δίπλα, το σώμα το πτωχό, που έκαιγε την Τρίτη από πυρετό, όταν πήγα προς επίσκεψη, συναποκομίζοντας κατά την επιστροφή μου, αντίς για θάνατο και απελπισία, ένα ευώδες τριαντάφυλλο πάνω στην καρδιά μου.

Η Αρχιτεκτονική της Σκόρπιας Ζωής γράφηκε στα 1952 - 1953. Αντιγράφηκε, διορθώθηκε και τακτοποιήθηκε στα 1955. Νέες διορθώσεις έγιναν πριν παραδοθεί προς εκτύπωση το 1963, από τον εκδοτικό οίκο «Ίκαρος» στην Αθήνα. Τον Απρίλιο του 1978 προετοιμάζοντας τη Β’ έκδοση από την ΑΣΕ, ο Ν.Γ.Πεντζίκης ξανακοίταξε και διόρθωσε το κείμενο της Α’ έκδοσης. Τώρα, 30 χρόνια μετά, με την φροντίδα και την επιμέλεια του υιού Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκη, ετοιμάζεται από την Ίνδικτο η 3η και οριστική έκδοση του κειμένου. Θεού θέλοντος και Γαβριήλ επιτρέποντος, ελπίζω να κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβριο του 2008.

Η Ίνδικτος γεννήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1995. Μήτρα της ένα περιοδικό υπό τον τίτλο Ερουρέμ. Μέσα από το περιοδικό αυτό, που εν τω μεταξύ μετονομάστηκε σε Ίνδικτος, ανδρώθηκε ο εκδοτικός οίκος και κυρίως στηρίχθηκε, ειδικά στα πρώτα χρόνια της ύπαρξης του.

Το Περιοδικό πέρασε από σαράντα κύματα, δώδεκα και πλέον χρόνια τώρα, πορεύθηκε επί ξυρού ακμής.
Πολλοί συνεργάτες και φίλοι εξαντλήθηκαν στην πορεία αυτή.
Ο μόνος συνοδοιπόρος που είχα από την αρχή ήταν ο Πέρης Ιερεμιάδης. Τώρα μετά τον θάνατό του, αλλά ομολογώ όχι τόσο εξαιτίας αυτού του γεγονότος, είναι η πρώτη φορά που νοιώθω μέσα μου πως πρέπει να βάλω ένα τέλος σε αυτήν την περιπέτεια του Περιοδικού.

Είναι πως μετά από 12 χρόνια και 21 τεύχη κορέστηκαν οι επιθυμίες μου και οι εμμονές μου, ή μάλλον εξάντλησα πια αυτό το δρομολόγιο.
Κουβαλώ ακόμα επιθυμίες, κυριαρχούμε ακόμα από εμμονές, μα δεν μπορώ να τις εκφράσω μέσα από το Περιοδικό.
Τα τελευταία χρόνια εξάλλου την ουσιαστική ευθύνη για το περιοδικό την είχε ο καλός μου φίλος και συνεργάτης Σταύρος Γιαγκάζογλου, που και αυτός όμως, δικαίως και με άλλες σκοτούρες τώρα, έχει παραδώσει την διεύθυνση του Περιοδικού.

Μια προσπάθεια που απαιτεί πολύ μόχθο και κόπο, πάνω απ’ όλα στηρίζεται στο πάθος και το μεράκι των δημιουργών του. Κι είναι αλήθεια πως από τέτοια υλικά είναι πλασμένα όλα τα τεύχη της Ινδίκτου. Κάθε τεύχος ήταν μία επίπονη και μακρόχρονη τις περισσότερες φορές, γέννα.
Πρέπει όμως κανείς να αντιλαμβάνεται τα όρια του και κυρίως τα όρια των άλλων. Δεν επιθυμώ να συνεχίσω χάριν γούστου ή εμμονής σε κάτι που δεν μπορεί πια να πετάξει.

Αντιλαμβάνομαι πως μία τέτοια απόφαση θα στεναχωρήσει πολλούς αναγνώστες και φίλους.
Σε αυτούς οφείλω να πω πως διεκδικώ ένα Καλό Τέλος για να μου χαριστεί μία Καλή Αρχή!

Η συζήτηση αυτή βαστά καιρό τώρα στους κόλπους του Περιοδικού.

Καταθέτω αυτές τις σκέψεις για να τις μοιραστώ με τους φίλους του Περιοδικού και να τις συζητήσω μαζί τους.

Δεν έχω λάβει την οριστική απόφαση γι’ αυτό και κάθε γνώμη και βοήθεια είναι ευπρόσδεκτη και θα εκτιμηθεί δεόντως.

Υ.Γ. Η Εικόνα είναι το εξώφυλλο του 1ου τεύχους, φιλοτεχνημένο από τον Πέρη Ιερεμιάδη.

Next Page »