Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΣΑΛΑΜΟΦ!

Γνωρίζω καλὰ πὼς ἀρκετοὶ φίλοι περίμεναν χρόνια τώρα τούτο ἐδῶ τὸ post. Εἶμαι σίγουρος ὅσο ποτὲ ἄλλοτε πὼς ἡ ὑπομονή τους ἀνταμείβεται καὶ μὲ τὸ παραπάνω.

Ἐκδοτικὸ γεγονὸς συνιστᾶ ἡ κυκλοφορία τῶν διηγημάτων τοῦ Βαρλὰμ Σαλάμοφ, ποὺ φτάνουν στὸ ἑλληνικὸ ἀναγνωστικὸ κοινὸ μὲ καθυστέρηση σαράντα σχεδὸν χρόνων, στὴν ὁλοκληρωμένη μορφή τους, στὴν ἔκδοση δηλαδὴ τῶν 145 ἱστοριῶν, ὑπὸ τὸν γενικὸ τίτλο Ἱστορίες ἀπὸ τὴν Κολιμά.

Ὁ ποιητὴς καὶ πεζογράφος Βαρλὰμ Σαλάμοφ γεννιέται τὸ 1907 στὴ Βολογκντά. Ἡ Ὀκτωβριανὴ Ἐπανάσταση τὸν βρίσκει νεαρὸ μαθητή, νὰ παρακολουθεῖ τὶς σκληρὲς μάχες ποὺ δίνονταν ἀνάμεσα σὲ ἀντίπαλα στρατόπεδα καὶ ὁμάδες τοῦ Ἐμφυλίου Πολέμου. Φεύγει γιὰ τὴ Μόσχα ὅπου φοιτᾶ στὴ Νομικὴ Σχολή. Συμμετέχει στὴν πλούσια μετεπαναστατικὴ πολιτιστικὴ ζωὴ τῆς ρωσικῆς νεολαίας. Γνωρίζει τοὺς σπουδαιότερους ἀνθρώπους τῶν γραμμάτων καὶ τῆς τέχνης. Τὸ 1929, σὲ ἡλικία 22 ἐτῶν, φοιτητής, συλλαμβάνεται γιὰ πρώτη φορά. Φυλακίζεται στὶς διαβόητες ἀνακριτικὲς φυλακὲς Μπουτίρκι τῆς Μόσχας καὶ ὕστερα ἐξορίζεται γιὰ πέντε χρόνια στὴ Βισερά, σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα στρατόπεδα ἐργασίας. Ἀποφυλακίζεται τὸ 1932. Τὸ 1937 ὅμως συλλαμβάνεται γιὰ δεύτερη φορά. Τώρα τὸν στέλνουν, μὲ πενταετῆ ποινὴ καταναγκαστικῶν ἔργων στὴν Κολιμά. Ἡ τυπική του ἀπελευθέρωση ἔρχεται τὸ 1951. Τὸ 1982 μεταφέρεται σὲ ψυχιατρεῖο, ὅπου καὶ πεθαίνει λίγες μέρες ἀργότερα, ἔχοντας κληροδοτήσει στὴν ἀνθρωπότητα μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ συγκλονιστικὲς μαρτυρίες τῆς παγκόσμιας ἱστορίας.

Ὁ Βαρλὰμ Σαλάμοφ ἔχει ἀναγνωριστεῖ διεθνῶς ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ σημαντικοὺς Ρώσους πεζογράφους τοῦ 20οῦ αἰώνα, ὄχι μόνο γιὰ τὸ συγκλονιστικὸ θέμα τοῦ ἔργου του, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἰδιαίτερη λογοτεχνική του βαρύτητα, γιὰ τὴν ἀπαιτητικὴ μορφὴ τῆς σύντομης ἀφήγησης ποὺ διάλεξε νὰ μᾶς παρουσιάσει τὸν ζοφερὸ κόσμο τῶν στρατοπέδων στὰ ὁποῖα πέρασε τὴ μισὴ ἐνήλικη ζωή του.

Τὸ θέμα του δὲν ἐπιδέχεται πλατιασμούς, καλολογίες, ἐξωραϊσμούς. Εἶναι ὠμὸ καὶ ἀπίστευτα ζοφερό. Εἶναι ἡ ζωὴ στὸ ὅριο τοῦ θανάτου –πνευματικοῦ, ἠθικοῦ καί, κυρίως, φυσικοῦ– ἑκατοντάδων χιλιάδων ἀνθρώπων στὰ στρατόπεδα ἐργασίας τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης κατὰ τὶς δεκαετίες ’30-’50. Τὴν ὠμότητα καὶ τὸ ἀδιανόητο αὐτῆς προσπαθεῖ νὰ μᾶς περιγράψει ὁ συγγραφέας μὲ τὴ μεγαλύτερη δυνατὴ οἰκονομία λόγου καὶ συναισθημάτων.

Οἱ Ἱστορίες ἀπὸ τὴν Κολιμὰ εἶναι ἐντέλει ἕνα ντοκουμέντο, μιὰ μαρτυρία, καὶ ταυτόχρονα ὑψηλὴ λογοτεχνία. Ὁ πλέον ὠμὸς ρεαλισμός, μπολιασμένος ἀριστοτεχνικὰ μὲ τὸ φαντασιακὸ τῆς τέχνης, σὲ τέτοιο βαθμὸ ποὺ ὁ ἀναγνώστης νὰ δυσκολεύεται νὰ τὰ ξεχωρίσει.

Ἂν θελήσουμε ὅμως νὰ ἀναζητήσουμε τὴν οὐσία ἑνὸς τέτοιου συγκλονιστικοῦ ἐγχειρήματος ὅπως οἱ Ἱστορίες ἀπὸ τὴν Κολιμά, ὀφείλουμε νὰ ἀκολουθήσουμε τὴν ὁδὸ ποὺ μᾶς δίνει ὁ ἴδιος ὁ συγγραφέας ὅταν σημειώνει: «Τὰ γραπτά μου ἀφοροῦν στὰ στρατόπεδα συγκέντρωσης ὅσο αὐτὰ τοῦ Ἐξυπερὺ στὸν οὐρανὸ ἢ τοῦ Μέλβιλ στὴ θάλασσα. Βασικά, οἱ ἱστορίες μου συνιστοῦν ὁδηγίες γιὰ τὸ πῶς νὰ δρᾶ κανεὶς μέσα στὸ πλῆθος. Νὰ εἶναι ὄχι ἁπλῶς λιγάκι ἀριστερότερα ἀπ’ τ’ ἀριστερά, μὰ ἀκόμα περισσότερο ἀληθινὸς ἀπὸ τὴν ἀλήθεια τὴν ἴδια. Γιὰ τὸ αἷμα ποὺ εἶναι ἀληθὲς κι ἀνώνυμο».

Ἡ ἔκδοση τῆς Ἰνδίκτου κυκλοφορεῖ σὲ μετάφραση Ἑλένης Μπακοπούλου σὲ ἕναν τόμο 1968 σελίδων. Ὅπως καὶ στὴν περίπτωση τῶν Καραμάζοφ μὲ χαρτὶ Βίβλου 45 γραμμαρίων, ἐκτύπωση ἐξαιρετική, δίπλωμα ἀλφάδι, βιβλιοδεσία τέλεια. Καὶ ἐδῶ τὸ μαλακὸ κάλλυμα τοῦ ἐξωφύλλου καρατἀει τὴν γνωστὴ σὲ ὅλα τὰ βιβλία τῆς Ἰνδίκτου πλαστικότητα καὶ συγχρόνως ἐπιτρέπει τὸ ἰδανικὸ ἄνοιγμα τοῦ βιβλίου. Ἕνας τόμος 1968 σελίδων σὲ μορφὴ καινοτόμο γιὰ τὰ ἐλληνικὰ ἐκδοτικὰ πράγματα.

ΣΤΑΣΗ ΤΕΤΑΡΤΗ…

Ναί! Στάση τέταρτη.

Τὴν Τρίτη 29 Νοεμβρίου θὰ κυκλοφορήσουν στὰ βιβλιοπωλεῖα οἱ Ἀδελφοὶ Καραμάζοφ σὲ μετάφραση Ἐλένης Μπακοπούλου. Ἔχουν προηγηθεὶ Οἱ Δαιμονισμένοι, Ὁ Ἠλίθιος καὶ τὸ Ὑπόγειο.

Αὐτὴ τὴ φορὰ ἡ ἱκανοποίηση ξεχειλίζει. Πέρα ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ συγκεκριμένο μυθιστόρημα εἶναι μᾶλλον τὸ ἀγαπημένο μου ἡ ἔκδοση τῆς Ἰνδίκτου, ποὺ εὔχομαι ὅλοι νὰ πιάσετε στὰ χέρια σας, εἶναι αὐτὸ ποὺ διεκδικοῦσα χρόνια τώρα. Χαρτὶ Βίβλου 45 γραμμαρίων, ἐκτύπωση ἐξαιρετική, δίπλωμα ἀλφάδι, βιβλιοδεσία τέλεια. Τὸ μαλακὸ κάλλυμα τοῦ ἐξωφύλλου καρατἀει τὴν γνωστὴ σὲ ὅλα τὰ βιβλία τῆς Ἰνδίκτου πλαστικότητα καὶ συγχρόνως ἐπιτρέπει τὸ ἰδανικὸ ἄνοιγμα τοῦ βιβλίου. Ἕνας τόμος 1472 σελίδων σὲ μορφὴ καινοτόμο γιὰ τὰ ἐλληνικὰ ἐκδοτικὰ πράγματα.

Οἱ Ἀδελφοὶ Καραμάζοφ εἶναι τὸ σημαντικότερο καὶ τελευταῖο μυθιστόρημα τοῦ Φ.Μ. Ντοστογιέφσκι. Πλούσιο σὲ διανοήματα, ἀποτυπὠνει ὅλες τὶς ἰδέες τοῦ μεγάλου ρώσου συγγραφέα. Ἐξάλλου εἶναι τὸ μυθιστόρημα ποὺ πίστεψε ὅσο κανένα άλλο ὁ Ντοστογιέσκι, ἀκουπώντας σὲ αὐτὸ ὅλες τὶς ἐλπίδες του. Ἡ συγγραφὴ τῶν Ἀδελφῶν Καραμάζοφ διήρκεσε κοντὰ δύο χρόνια. Ξεκίνησε τὸν Μάρτιο τοῦ 1878 καὶ όλοκληρώθηκε τὸν Νοέμβριο τοῦ 1880.

Ἡ πνευματικὴ πορεία ποὺ χαράζει ὁ Ντοστογιέφσκι διασχύζει τὴν ἄβυσσο τῶν ἀνθρωπίνων παθῶν, ὁ δρόμος του πρὸς τὸ φῶς περνάει μέσα ἀπὸ τὸ σκοτάδι ὅπου μέσα ἐκεῖ, τὴν ὥρα τῆς πιὸ βαθιάς νύχτας προβάλλει ἡ πρώτη ἀχτίδα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ὁμολογία τῆς πίστεώς του προϋποθέτει ἀνδροπρεπὲς φρόνημα, πάθος γιὰ τὴν ἐλευθερία καὶ πνευματικὴ αὐτονομία.

Τρεῖς μῆνες μετὰ τὴν ὀλοκλήρωση τοῦ μυθιστορἠματος, στις 28 Ίανουαρίου τοῦ 1881, ὁ Ντοστογιέφσκι πεθαίνει. Ἦταν ἡ ὥρα ποὺ ὁ Φιοντὸρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι, ὁ ἐπαναστάτης καὶ ἀγωνιστὴς τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας, ὁ ἐπιφανῆς ἐκπρόσωπος τῶν συντηρητικῶν, ὁ ἀδελφὸς κάθε ταπεινοῦ καὶ καταφρονεμένου, κατακτοῦσε τὴν ἀθανασία.

Στὴν ἔκδοση τῆς Ἰνδίκτου ἡ εἰσαγωγὴ εἶναι τῆς ἀφεντιᾶς μου. Σὲ αὐτὴν θὰ μπορέσετε νὰ βρεῖτε πολλὰ περισσότερα στοιχεῖα γιὰ τὴν συγγραφὴ καὶ τὴν ἱστορία τοῦ μυθιστορήματος. Ὄχι βέβαια πὼς κάτι τέτοιο εἶναι ἀναγκαῖο γιὰ τὴν ἀνάγνωσή του. Ἀντιθέτως.

Ἀσχολούμενος ὅλον τὸν Αὔγουστο μὲ τὸ γράψιμο αὐτῆς τῆς εἰσαγωγῆς, διαπύστωσα γιὰ μιὰν ἀκόμη φορὰ τὴν μεγάλη φτώχεια τῆς ἐλληνικῆς βιβλιογραφίας, τὴν σχετικὴ μὲ τὸ ἔργο τοῦ Φ.Μ. Ντοστογιέφσκι. Θαύμασα ὅμως τὴν διεισδυτικὴ ἀνάγνωση τῶν Καραμάζοφ ἀπὸ τὸν Κωστῆ Παπαγιώργη. Ὁ Παπαγιώργης εἶναι κατὰ τὴν κρίση μου ὁ πλέον ἀξιόπιστος ἑρμηνευτὴς τοῦ Ντοστογιέφσκι.

Ἡ κυκλοφορία τῶν Ἀδελφῶν Καραμάζοφ συνδυάζεται μὲ τὴν κυκλοφορία στὰ ἑλληνικὰ τοῦ σημαντικότερου λογοτεχνικοῦ κειμένου τῆς ρωσικῆς λογοτεχνίας κατὰ τὸν 20ο αἰῶνα. Ἀλλὰ γι᾽ αὐτὸ στὸ ἐπόμενο post…

Νὰ ἀνακτήσουν οἱ λέξεις τὸ πραγματικό τους νόημα

Εἶναι πολλὲς οἱ φορὲς ποὺ φίλοι καὶ γνωστοὶ μὲ ρωτοῦν γιὰ τὴν ἐπιλογὴ τῆς Ἰνδίκτου νὰ χρησιμοποιεῖ τὸ πολυτονικό. Μιὰ καλὴ ἀφορμὴ γιὰ νὰ ἀπαντήσω σὲ ὅλους μοῦ χαρίστηκε ἀπὸ τὸν Νίκο Βατόπουλο, ἐκλεκτὸ δημοσιογράφο καὶ ἀπόμακρο φίλο. Γι᾽ αὐτὸ ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν καλοσύνη του τὸν εὐχαριστῶ πολύ. Τὸ κείμενο δημοσιεύτηκε τὸ Σάββατο 15 Όκτωβρίου στὴν ἐφ. Καθημερινή μὲ ἀφορμὴ τὴν συμπλήρωση 30 χρόνων ἀπὸ τὴν καθιέρωση τοῦ μονοτονικοῦ.

Εις μνήμην Αγγελου Ελεφάντη

Θέλω να πιστεύω ότι η ταπεινή εργασία ενός Ελληνα εκδότη σήμερα εντάσσεται στη μεγάλη παράδοση της ελληνικής γλώσσας – ότι η γλώσσα είναι γέννημα πνευματικό ενός λαού και δεν ορίζεται από φιλολόγους, πολύ δε περισσότερο από ιδεολογήματα και σκοπιμότητες. Φυσική απόρροια αυτών των πεποιθήσεων υπήρξε και η απόφαση η Ινδικτος, από την ίδρυσή της, τον Σεπτέμβριο του 1995 –14 χρόνια μετά την καθιέρωση του μονοτονικού–, να υιοθετήσει το πολυτονικό σύστημα γραφής και μόνον αυτό. Μια τέτοια απόφαση φαινόταν τότε μάλλον ριψοκίνδυνη και μάταιη. Ισως να οδηγούσε στο περιθώριο ή να ερμηνευόταν ως ιδεολογική εμμονή σε σχήματα παρωχημένα.

Η ζωή ήρθε και δικαίωσε την απόφαση αυτή και φανέρωσε την αλήθειά της. Εξάλλου, η γλώσσα ως γεγονός πνευματικό μπορεί να καλλιεργηθεί μόνο σε περιβάλλον ελεύθερο από ιδεολογήματα και εμμονές. Οι «απλουστεύσεις» και οι «καθαρές» λύσεις, που πρότεινε το μονοτονικό, μπορεί στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης να ηχούσαν μελωδικά, ο χρόνος όμως κατέταξε τις εν λόγω «επιτυχίες» στα «σουξεδάκια» μιας εποχής που κανείς δεν θέλει να θυμάται (μήτε τα «σουξεδάκια» μήτε την εποχή) και που άφησε πίσω της το κουσούρι των «βλαχο-αγγλικών» ή, αλλιώς, greeklish.

Πλέον σήμερα, είναι κοινός τόπος ότι της οικονομικής και κοινωνικής μας χρεοκοπίας προηγήθηκε η γλωσσική μας χρεοκοπία, διά των «απλουστεύσεων» και του μονοτονικού. Η δε κοινωνική αναγέννηση, ακόμη δε και η οικονομική ανάκαμψη, προϋποθέτει την αποϊδεολογικοποίηση της γλώσσας μας. Οφείλει δηλαδή, η ελληνική κοινωνία να ανακτήσει το απολεσθέν πνευματικό της έρμα. Η αποθέωση της ήσσονος προσπαθείας, των «απλουστευμένων» λύσεων, της απαξίωσης κάθε κανόνα, ακόμη και αυτών των γραμματικών, δεν οδηγούν παρά στη χρεοκοπία και την ερήμωση.

Είναι καιρός να κερδίσουμε τον χαμένο χρόνο, να ανακτήσουν οι λέξεις μας το νόημά τους. Το αληθές και πραγματικό τους νόημα! Να καταβάλουμε όλοι μας καθημερινά τον κόπο και τον μόχθο που μας αναλογεί για να ξανακαρπίσει τούτος ο έρημος τόπος.

Στὸ χρονικὸ διάστημα ποὺ μεσολάβησε ἀπὸ τὴν δημοσίευση τοῦ κειμένου στὴν Καθημερινὴ γίναμε μάρτυρες ἑνὸς ἀκόμη παραδείγματος, γελοίου καὶ εὐτράπελου αὐτὴ τὴ φορά, μετατροπῆς τῆς γλῶσσας σὲ ἰδεολὀγημα. Κι αὐτὸ γιατὶ ἡ πρώτη μὰ καὶ ἡ τελευταία θὰ ἔλεγα πράξη ἑνὸς ὑφυπουργοῦ δὲν μπορεῖ νὰ ἀφορᾶ τὶς πινακίδες τοῦ γραφείου του. Ἐξάλλου καλὸ θὰ ἦταν νὰ μάθει πὼς ἄν ἤθελε νὰ ἀκολουθήσει τὴν παράδοση θὰ ὄφειλε νὰ κάνει τὶς πινακίδες ΚΕΦΑΛΟΓΡΑΜΜΑΤΕΣ. 

Ἡ ἀλήθεια τοῦ Domenico

Τὴν ἀφορμὴ μοῦ τὴν χαρίζει μία νέα φίλη. Τὰ λόγια τοῦ Domenico -ἢ ἀλλιῶς ἡ ἐσωτερικὴ φωνὴ τοῦ Ἀντρέι Ταρκόφσκι- ἔρχονται νὰ μᾶς ἐπαναφέρουν στὸ «σημεῖο ποὺ βρισκόμασταν, στὸ σημεῖο ποὺ πήραμε λάθος στροφή». Γιὰ μιὰν ἀκόμα φορὰ ἡ ποίηση φωτίζει τὰ ἀδιέξοδα.

ΜΑΡΤΥΡΟΛΟΓΙΟ

Ὅσα χρόνια κι ἂν πέρασαν παραμένει μέσα μου τὸ ἀπόλυτο καταφύγιο.

Ἡ διαρκὴς καταφυγή μου.

Ἀπόψε ξαναείδα τὸν Καθρέφτη.

Ὁ Κινηματογράφος ὀφείλει μεταξύ πολλῶν ἄλλων τὰ ὄριά του στὸν μεγάλο αὐτὸ ποιητή.

Στὸν Καθρέφτη, ἡ έκφραστικότητα τοῦ Ταρκόφσκι ἀγγίζει τὸ ἀπόλυτο.Θέμα του ἡ Μνήμη και ὁ Χρόνος.

Στην ουσία πρόκειται γιὰ μία κινηματογραφικὴ ἐκδοχὴ τοῦ Χαμένου Χρόνου.

Κατανοῶ τώρα πὼς ἀποκτῶ καὶ ἐγὼ μνήμη ἐπιλεκτική, κρατῶντας μόνο ἐκεῖνες τὶς ἀναμνήσεις ποὺ μοῦ εἶναι ζωτικές.

 

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΛΙΒΥΗ ΤΟΥ ΚΑΝΤΑΦΙ

Τὸ 2007 ἡ Ἴνδικτος κυκλοφόρησε σὲ μετάφραση Ξενοφῶντα Κομνηνοῦ, τὸ μυθιστόρημα τοῦ Λίβυου συγγραφέα Hisham Matar Στὴν Χῶρα τῶν Ἀνδρῶν.

Ἕνα συναρπατικὸ μυθιστόρημα γιὰ τὴν ζωὴ στὴν Λιβύη τοῦ Καντάφι. Μὲ ἀφορμὴ αὐτὴ τὴν κυκλοφορία, ὁ Ἡλίας Μαγκλίνης δημοσίευσε στὴν Καθημερινὴ τὴν παρακάτω συνέντευξη μὲ τὸν συγγραφέα τοῦ βιβλίου Hisham Matar:

H σκοτεινή Λιβύη του Καντάφι μέσα από ένα μυθιστόρημα

Στην ερώτηση«είχες πρόσφατα νέα απ’ τον πατέρα σου;», ο Χισάμ Ματάρ απαντά μ’ ένα ξερό, κοφτό «Οχι». Τίποτε άλλο. Ο Χισάμ είναι 38 ετών. Γεννήθηκε το 1970 στη Νέα Υόρκη, όπου και πέρασε τα πρώτα τρία χρόνια της ζωής του. Ο πατέρας του εργαζόταν στη λιβυκή αποστολή των Ηνωμένων Εθνών. Το 1973, η οικογένειά του επέστρεψε στην Τρίπολη. Οταν το 1979 το καθεστώς Καντάφι κατηγόρησε τον πατέρα του Ματάρ ως αντικαθεστωτικό (ήταν απλώς διανοούμενος, επιτυχημένος επιχειρηματίας και επιφανής αντιφρονών), εξαναγκάστηκε σε φυγή από τη χώρα, οπότε και εγκαταστάθηκε οικογενειακώς στο Κάιρο. Το 1986 ο 16χρονος Ματάρ μετέβη στο Λονδίνο, μαζί με τον αδελφό του.

Η απαγωγή

Το 1990 τα δύο αδέλφια πληροφορήθηκαν από τη μητέρα τους ότι ο πατέρας τους αγνοείτο. Ολοι κατάλαβαν τι είχε συμβεί: άνθρωποι του καθεστώτος Καντάφι είχαν ενορχηστρώσει την απαγωγή του. Πέρασαν έξι χρόνια σιωπής. Το 1996 έφτασαν δύο επιστολές, τις οποίες ο πατέρας είχε περάσει παράνομα από τη φυλακή, σύμφωνα με τις οποίες τον είχε απαγάγει το 1990 η μυστική αστυνομία της Αιγύπτου, η οποία τον παρέδωσε στις λιβυκές αρχές, οι οποίες με τη σειρά τους τον έκλεισαν στις διαβόητες φυλακές Αμπού-Σαλίμ. Εκτοτε, σιωπή πάλι. Κανείς δεν γνωρίζει αν ο Ματάρ πατέρας βρίσκεται στη ζωή.

Η ιστορία ήρθε στην επιφάνεια μέσα από το μυθιστόρημα που έγραψε ο Χισάμ «In the Country of Men» (Penguin/Viking, στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ινδικτος, «Στη χώρα των ανδρών», μτφρ. Ξ. Κομνηνός). Σε αυτό το πρώτο του βιβλίο, ο συγγραφέας μιλάει διαθλαστικά, και δεξιοτεχνικά, για την οικογενειακή τραγωδία. Κεντρικός πρωταγωνιστής ο εννιάχρονος Σουλεϊμάν, η ιστορία του οποίου είναι πανομοιότυπη με εκείνη του Χισάμ – όπως και του πατέρα του. Οταν τον ρωτάω αν ο Σουλεϊμάν είναι ένας μεταμφιεσμένος Χισάμ, απαντά: «Και βέβαια όχι. Ο Σουλεϊμάν είναι πολύ πιο ενδιαφέρων τύπος». Επιμένω πάνω στον αυτοβιογραφικό φόντο. «Μερικοί», λέει, «ενδιαφέρονται για παράλληλες γραμμές ανάμεσα στη ζωή ενός συγγραφέα και στον μυθοπλαστικό κόσμο που επινοεί. Δεν είναι αλήθεια ότι η “Χώρα των ανδρών” χαρακτηρίζεται από ένα έντονα αυτοβιογραφικό φόντο. Είναι ένα έργο της φαντασίας. Δεν ήθελα να “αντιμετωπίσω” κάτι, απλά να στοχαστώ πάνω σε ορισμένα θέματα, όπως είναι η αγάπη και η εξορία».

Εξορία: λέξη-κλειδή. Ο Ματάρ είναι Λίβυος, ωστόσο, το βιβλίο γράφηκε στο Λονδίνο, στα αγγλικά. Ο ίδιος πώς αισθάνεται; «Είμαι Λίβυος συγγραφέας που γράφει στα αγγλικά. Είμαι Αγγλος συγγραφέας που αναπνέει στα αραβικά».

Διαβάζοντας το βιβλίο, αναρωτήθηκα: τι ξέρουμε για τη σύγχρονη Λιβύη; Τα στοιχειώδη: το 1969 ο 27χρονος τότε Καντάφι ηγήθηκε στρατιωτικού πραξικοπήματος μέσω του οποίου καταργήθηκε η μοναρχία στη χώρα. Το 1972 απαγορεύθηκαν τα πολιτικά κόμματα και σήμερα η Λιβύη βρίσκεται στις πρώτες θέσεις των χωρών που παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Οπως λέει ο Χισάμ στην «Κ»: «Η Λιβύη παραμένει πολύ δύσκολο μέρος για να ζήσει κανείς. Οι ΗΠΑ και η Ευρώπη έχουν αποτύχει στο να πιέσουν το καθεστώς να βελτιώσει τη ζοφερή κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μια χρυσή ευκαιρία χάθηκε: κυρίως για τον λιβυκό λαό που υποφέρει από το καθεστώς 32 χρόνια αλλά και για τη Δύση, προκειμένου να επιδείξει το σθένος της στην προώθηση των αρχών της δημοκρατίας, της δικαιοσύνης, της ελευθερίας. Για τα κακά της Λιβύης ευθύνεται η ίδια η κυβέρνηση φυσικά, αλλά, αν μη τι άλλο, ο κοινός νους υπαγορεύει ότι συνεισφέρεις κι εσύ σε αυτό όταν υπογράφεις συμφωνίες με αξιωματούχους τους οποίους ουδέποτε εξέλεξε ο λαός». Πρόσφατα ο Ματάρ εμφανίστηκε πλάι στους Χάρολντ Πίντερ και Τομ Στόπαρντ σε μια βραδιά του Human Rights Watch. Και οι δύο, όπως και ο νομπελίστας Τζ. Μ. Κουτσί, μίλησαν επαινετικά για το βιβλίο του, το οποίο, στο περσινό Βραβείο Booker έφτασε στην τελική σύντομη λίστα, όπως και σ’ εκείνη του Guardian First Book Award.

Σε δεκαπέντε γλώσσες

Επιπλέον, μεταφράστηκε σε 15 γλώσσες κι εκδόθηκε σε 18 χώρες. Μεγάλη επιτυχία για πρωτοεμφανιζόμενο. Δεν είναι ειρωνικό, με δεδομένη τη θεματολογία του βιβλίου; «Η ειρωνεία», αποκρίνεται, «είναι μια καλή λέξη εδώ… Δεν έχω συναίσθηση καμίας επιτυχίας διότι δεν υπάρχει ένας σαφής τρόπος για να μετρηθεί η επιτυχία ενός βιβλίου. Είναι οι πωλήσεις; Πολλά κακά βιβλία πουλάνε τόνους αντίτυπα. Είναι η κριτική αποτίμηση; Αυτό μου φαίνεται πιο στέρεο, αλλά και πάλι δεν έχει το αλάθητο. Πολλοί καλοί, ακόμα και μεγάλοι, συγγραφείς, αγνοήθηκαν από κορυφαίους κριτικούς της εποχής τους. Σας παρακαλώ, μη με παρεξηγείτε: τα εγκωμιαστικά σχόλια μ’ ενθουσίασαν, αλλά καλό είναι να μην τα παίρνει κανείς τοις μετρητοίς. Ωστόσο, η προσοχή που τράβηξε το βιβλίο, μαζί με κάποια γεμάτη χυδαιότητα και επιθετικότητα αδιακρισία ήταν κάτι δυσάρεστο. Περιφρουρώ την προσωπική μου ζωή, θέλω να συνεχίσω να ζω ήσυχα». Σε πρόσφατο άρθρο του στον Independent, ο Χισάμ ζητά να μάθει τι απέγινε ο πατέρας του. «Ακόμα κι αν είναι νεκρός, θέλω να ξέρω πού είναι θαμμένος», γράφει. Αυτό, πριν από το αποκαρδιωτικό «όχι» με το οποίο μας απάντησε στο οδυνηρό ερώτημα σχετικά με τη μοίρα του πατέρα του…